ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η τέλεια κρυψώνα των Ρωμιών, ο Ελύτης κ’ ένα ερώτημα για το μέλλον…

Αδυσώπητη, πράγματι, η «θλίψη των καιρών» κούρνιασε για τα καλά μέσα μας. Τι κι αν εμείς –ξεσκονίζοντας παλιές και πιο νέες ιδέες, γνώσεις και επιτηδευμένες μεθόδους-, επιχειρούμε να πιαστούμε απ’ ένα έσχατο, φευ, κράτημα που, τρόπον τινά, θα μας να αναγεννήσει και, σαν λαό, φυλή ή γένος, θα μας αναπροσανατολίσει εκ νέου. Αυτή – τούτη η ίδια θλίψη επιμένει· και, τραχιά και ξιφήρης όπως γίνηκε από το καθημαγμένο «τώρα» του Τόπου (δείτε : τα εξαντλημένα ή και απελπισμένα βλέμματα των ανθρώπων στις ουρές των ταμείων, τη δομική ανημποριά του εγχώριου συστήματος Αξιών και τα διχαστικά διλλήματα που παρεισδύουν ανερυθρίαστα), βάλλει αδιάκριτα εναντίον μας : μας πληγώνει, μας πνίγει και μας καθηλώνει απελπιστικά μες το σκοτάδι της.

Όχι, βεβαίως, ότι εμείς οι Ρωμιοί δεν ξέρουμε και δεν γνωρίζουμε από τοιούτα φαινόμενα και γεγονότα. Βρίθει η επίσημη, αλλά, και άλλη πολιτική και κοινωνική ιστορία μας από μαρτυρίες ομοφρόνων και ομοαίματων ότι το «σκοτάδι» και γνωστό είναι για τους Έλληνες, αλλά, κάποιες φορές και λυτρωτικό, καθώς, λειτουργεί ως ο τέλειος κρυψώνας (της εκάστοτε έκπτωσής μας), και ως ακριβή μεριά για ώσμωση, για αυτογνωσία και διόραση. Μέχρι εδώ όλα καλά : Όμως να, -τούτη τη φορά, το ίδιο σκοτάδι φαντάζει τόσο διαφορετικό, τόσο αλλότριο με τα «θέλω» και «επιθυμώ» της ψυχής μας, που δεν φαίνεται να οδηγεί σε κανενός είδους αχνόφεγγο ή, έστω, σε άλλες υψιπετείς και στρεβλές εγέρσεις.

Και ύστερα είναι και το άλλο : αυτό το σκοτάδι (μέσα από την άβυσσό του), δεν εκπέμπει κανένα μύρος. Εντελώς αντίθετα απ’ την θελκτική προσδοκία και αναμονή του Ελύτη (για την άβυσσο και το σκοτάδι που, κάποια στιγμή, κατακλύζονται από ένα γιγάντιο μύρος), ετούτο το σκοτάδι ομοιάζει να συνέχεται χωρίς ίχνος αρώματος : χωρίς ίχνος ονείρου και δικαιώματος να αντικρύσουμε ξανά την Ανατολή του ξεχωριστού και ιδιαίτερου «είναι» μας. Όθεν, είναι προφανές, ότι η «ελληνική ψυχή» όχι μόνο έχει μείνει από αυτενέργεια και δημιουργική βούληση, αλλά, επιπλέον, έχει παγιδευτεί για τα καλά μέσα στις ανεπάρκειες των διαφορετικών διαδρομών και ερωτημάτων που, όσο και αν ομοιάζουν ξένες και αντιφατικές μεταξύ τους, είναι σύμφυτες : είναι το ίδιο κομμάτι από το μεγάλο κομμάτι του συλλογικού εαυτού μας. Άρα, ποιος ξέρει και ποιος, ασφαλώς, μπορεί να απαντήσει με ενάργεια αν θα τη βγάλουμε και τούτη τη φορά (δοξαστικά), όπως και τις τόσες άλλες;..

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.