ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Φυγή χωρίς επιστροφή

Κάθε φορά που τύχαινε φέτος να ακούσω για μετανάστευση ανθρώπων προκειμένου να εξασφαλίσουν μια καλύτερη ζωή, μελαγχολούσα όταν διαπίστωνα  ότι δεν επρόκειτο για νέα παιδιά αλλά για ανθρώπους της τρίτης ηλικίας.

Σε μια κοινωνία που παλεύει όλα αυτά τα χρόνια να επιβιώσει η '' διαρροή εγκεφάλων'' ,η μεγάλη φυγή των νέων, είναι η ύψιστη φορολογία που θυμίζει ''παιδομάζωμα''. Πρωταγωνιστές, νέοι άνθρωποι με προσόντα που παίρνουν το ρίσκο να φύγουν από τη χώρα για να κυνηγήσουν το όνειρο. Ένα κύμα απόγνωσης αλλά και δύναμης ανάγκαζε κορίτσια και αγόρια να μεταναστεύσουν με όποιον τρόπο μπορούσαν στο εξωτερικό. Θυμάμαι κατά τη δεκαετία του '80 στο Παρίσι, νέους, κυρίως, από την Ανατολική Γερμανία που έφευγαν παράνομα, να προσπαθούν με κάθε τρόπο να μείνουν  και να εργαστούν  στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της παγκόσμιας τράπεζας δεδομένων , η χώρα μας βρίσκεται στη δεύτερη θέση (μετά την Ιταλία), στον πίνακα με τις πιο γερασμένες χώρες της Ευρώπης. Το 2030 , υπολογίζεται ότι περίπου το ένα τρίτο στους εκατό Έλληνες θα είναι πάνω 65 χρόνων.

Είναι πέντε το απόγευμα και η παιδική χαρά σφύζει από μικρά και μεγαλύτερα παιδιά. Η κυρία Μαρία, συνταξιοδοτήθηκε  πρόωρα για να αφοσιωθεί στα εγγόνια της. Οι περικοπές στην σύνταξή της είχαν ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να βοηθήσει το άνεργο παιδί της. ''Πίστευα ότι ήμουν, ο ''βράχος'', το αποκούμπι για τα παιδιά και τα εγγόνια μου''.  Πριν την κρίση, πολλοί ηλικιωμένοι που δεν είχαν πρόβλημα υγείας μπορούσαν με την σύνταξή τους να κάνουν μια αξιοπρεπή ζωή και παράλληλα να βοηθήσουν τα παιδιά τους. ''Σήμερα, η σύνταξη ίσα- ίσα που φτάνει για τα απαραίτητα'', λέει η γυναίκα και δεν κρύβει τις σκέψεις για μετανάστευση.

''Ένα φιλικό ζευγάρι συνταξιούχων μετανάστευσε προσωρινά στη Βουλγαρία γιατί η ζωή εκεί είναι πιο φτηνή και οι άνθρωποι δεν είχαν άλλη επιλογή.'' λέει η κυρία Μαρία, χωρίς να κρύψει τους  φόβους της.  Ο παράγοντας πιο φτηνή ζωή θα στείλει πολλούς ηλικιωμένους με τις κουτσουρεμένες συντάξεις στη γειτονική χώρα. Όταν την ρωτάω αν έχει σχέδια για το μέλλον, απλά ανεβοκατεβάζει τους ώμους της. Δυο συνομήλικα αγόρια γύρω στα οκτώ κατεβαίνουν από την τραμπάλα και έρχονται προς το μέρος της. ''Εγγόνια;'' Ρωτάω. ''Μόνο, ο ένας. '' Μου δείχνει το άλλο αγόρι. Η μητέρα του, Ελένα, έφυγε για δυο μέρες στην πατρίδα της, την Βουλγαρία . Η κυρία Μαρία θα φιλοξενήσει τον μικρό. Γνωρίζει την Ελένα δεκαπέντε χρόνια. Όταν ήρθε στην Αθήνα ήταν είκοσι χρονών. Δούλευε για μερικά χρόνια εσωτερική σε μια ηλικιωμένη κυρία και όταν εκείνη απεβίωσε , αναγκάστηκε να καθαρίζει σπίτια για να ζήσει το γιο της. Ο μικρός έμαθε πολύ καλά Ελληνικά και είναι άριστος μαθητής. Όμως η κρίση έφερε τα πάνω κάτω και στη ζωή των μεταναστών. Τις  καλές εποχές, η Ελένα, δούλευε σε δυο τρία σπίτια ως οικιακή βοηθός και τα απογεύματα πήγαινε και καθάριζε γραφεία. Μερικές φορές όταν δεν έβρισκε λύση , έπαιρνε και τον μικρό μαζί της. Με τα χρόνια γνωρίστηκε με τους ανθρώπους, έκανε φιλίες, παντρεύτηκε έναν συγχωριανό της που δούλευε ως οδηγός  σε φορτηγά και στήσανε τη ζωή τους στη χώρα μας.

Η Ελένα ταξίδευε δυο φορές το χρόνο στο χωριό που γεννήθηκε, λίγο έξω από τη Φιλιππούπολη και βοηθούσε όπως μπορούσε τους αγρότες γονείς της. Συχνά, νοσταλγούσε την πατρίδα της αλλά ποτέ δεν παραπονιόταν. Έτσι, κι αλλιώς το μισό χωριό της είχε μεταναστεύσει στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Η οικονομική κρίση έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή της. Τα σπίτια που καθάριζε μειώθηκαν. Η Ελένα  έχασε το μισό εισόδημα της, ο άντρας της απολύθηκε και αποφάσισε να επιστρέψει οικογενειακώς στην πατρίδα της. Ξενοίκιασε το διαμέρισμα και μοίρασε τα έπιπλα στους υπόλοιπους ενοίκους. Τότε πρότεινε στην κυρία Μαρία να μετακομίσει μαζί της. Θα της νοίκιαζε δυο δωμάτια με αντίτιμο τη φύλαξη του παιδιού της. Η κυρία Μαρία στην αρχή απέρριψε την πρόταση. Μετά το ξανασκέφτηκε. Η στέγη και το φαγητό της ήταν εξασφαλισμένα και η σύνταξη θα έμπαινε στην τράπεζα . Θα πλήρωνε τις υποχρεώσεις της και θα έκανε κι ένα μικρό κομπόδεμα. Για μια ώρα ανάγκης. Στην έκτη δεκαετία της ζωής της η κυρία Μαρία, συνταξιούχος του Δημοσίου  μετανάστευσε. Με μια βαλίτσα.

Ζούμε σε μια εποχή που η μετανάστευση  έχει μπει όσο ποτέ άλλοτε στην ζωή μας. Ζούμε επίσης σε μια εποχή που επηρεαζόμαστε πολύ από την συναναστροφή μας με τον ξένο, τον άλλο, που λαμβάνουμε περισσότερα ερεθίσματα  από όσα μπορούμε να επεξεργαστούμε και με κάποιο φόβο αλλά και περίσσια ελπίδα  συνειδητοποιούμε τις κοινωνικές αλλαγές που έχει  προκαλέσει η μετανάστευση.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.