ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ξεχωριστοί άνθρωποι

Χανιά, παραμονές Χριστουγέννων. Η εορταστική διάθεση παντού. Μεσημέρι, ο ήλιος ψηλά, μια έβγαινε και μια κρυβόταν στα σύννεφα, ευτυχώς γιατί το σκηνικό με ντάλα ήλιο θα ήταν αφόρητο. Κόσμος στις πλατείες και στα πεζοδρόμια που έχουν κατακλυστεί από τα τραπεζοκαθίσματα και δεν μπορεί ούτε να σταθεί κανείς όρθιος. Στα γύρω μαγαζιά το αδιαχώρητο. Νέοι και μεγαλύτεροι όπως αρμόζει στην περίσταση έρχονται αργά ονειρικά από την άλλη άκρη του δρόμου.

Σαν άλλος Ιωνάς, ο νεαρός βγαίνει από την καρδιά του κήτους. Με το λοστό στο χέρι, λες και βαδίζει σε κυλιόμενο διάδρομο, αγνοώντας την προφανή ειρωνεία που προκύπτει από τη συνολική εικόνα των ευτυχισμένων συμπολιτών του, σπάει ότι βρίσκει στο δρόμο του. Μια παρέα εφήβων τρέχουν αλαλάζοντας κάπου στο βάθος. Διασχίζοντας  τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, ο οργισμένος νεαρός περνά ανάμεσα στα τραπεζάκια  δίπλα από τους  ανυποψίαστους ανθρώπους που  μέχρι πριν λίγο χαμογελούσαν αυτάρεσκα.  Ένα δυο τον προσπέρασαν κρατώντας τις σακούλες με τα χριστουγεννιάτικα ψώνια. Η κουκούλα κρύβει το πρόσωπο, το χέρι κολλημένο στο λοστό, η έκφραση θυμού και εκδίκησης  σπάει τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα. Αφήνοντας πίσω του κομμάτια και θρύψαλα, ο οργισμένος νεαρός συλλαμβάνεται και οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα. Εκεί θα συναντήσει τους γονείς και την αδελφή του στο αναπηρικό καροτσάκι. Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται η λύπη, η μεταμέλεια. Λυπάται. Μετάνιωσε κι ας του έχουν φερθεί σκληρά οι συμπολίτες του. Όχι δεν θα τον πείραζε αν κορόιδευαν τον ίδιο. Θυμήθηκε τη σκηνή με την  αδελφή του στο αναπηρικό καροτσάκι. Γύρω του όλοι γελούσαν κοροϊδευτικά  και εκείνος προσπαθούσε να βρει χώρο να περάσει ανάμεσά τους.

Στη διασταύρωση συνέβη το ατύχημα. Το αυτοκίνητο φρέναρε την τελευταία στιγμή. Είδε την αδελφή του πεσμένη στην άσφαλτο. Οργή. Θύμωσε με τους γύρω του, θύμωσε περισσότερο με τον εαυτό του που δεν κατάφερε να την προστατέψει.

Ένιωσε ότι πνιγόταν. Πού κρύφτηκαν όλοι αυτοί που κραύγαζαν και την κορόιδευαν  πριν λίγες ώρες; Πού ήταν  η αλληλεγγύη των συνανθρώπων του απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες; Οι εικόνες με τα αδιάβατα πεζοδρόμια και την αναλγησία των ανθρώπων απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες μας κάνουν πιο έντονη τη γιορτινή μελαγχολία. Βγαίνοντας από την Ταινιοθήκη σκέφτομαι ότι η μικρού μήκους ταινία «Ο αδελφός μου» του συμπατριώτη μου Θοδωρή Παπαδουλάκη καταδεικνύει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας: το δικαίωμα να μπορούμε όλοι, με αναπηρικό καροτσάκι ή χωρίς, να διασχίζουμε ελεύθερα την πόλη που ζούμε. Η ταινία αρχίζει με το απειλητικό γρήγορο βήμα , το απρόσωπο πρόσωπο του νεαρού με την κουκούλα, την οργή χαραγμένη στα χείλη, το χέρι με τον σιδερένιο λοστό που σπάει ότι βρίσκει στο δρόμο του. Προφανώς, πράξεις καταδικαστέες. Βγαίνοντας από τη φυλακή όπου οδηγήθηκε το πρόσωπό του οργισμένου νεαρού προδίδει τα αντικρουόμενα συναισθήματα. Η βία, δεν δικαιώνει σε καμιά περίπτωση τη βία. Και αυτό είναι ξεκάθαρο στην ταινία. Έχω την αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης θέλησε να δώσει μια γερή γροθιά στο στομάχι του θεατή, ένιωσε την ανάγκη να τον κάνει να συνειδητοποιήσει πόσο δύσκολη είναι η καθημερινότητα για όλους εκείνους τους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν κινητικά προβλήματα. Δρόμοι χωρίς πεζοδρόμια, ράμπες και θέσεις στάθμευσης για άτομα με ειδικές ανάγκες όπου κάποιοι σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους, κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την καθημερινότητά τους.Σαφώς, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους, χρειάζεται όμως, αλλαγή νοοτροπίας και συμπεριφοράς από τους πολίτες. Να κάνουμε όλοι τα αυτονόητα.

Πριν μερικές μέρες, στην έναρξη μιας ημερίδας με θέμα «Ο πολιτισμός ως μέσο επανένταξης των κρατουμένων», προβλήθηκαν τα δυο εξαιρετικά μικρού μήκους φιλμ, «Το Χριστινάκι» και «Ο Θανατοποινίτης» που γυρίστηκαν από τους κρατούμενους στο σωφρονιστικό κατάστημα Κορυδαλλού, με υπεύθυνο διδασκαλίας τον βραβευμένο σκηνοθέτη Αντώνη Κόκκινο. Δεκαεπτά άντρες από 20 έως 60 ετών, που εκτίουν τις ποινές τους παρακολούθησαν εννέα μήνες μαθήματα κινηματογράφου με κατεύθυνση τη συγγραφή σεναρίου. Αφού  τελείωσαν, ασχολήθηκαν με την επεξεργασία, μετά ακολούθησε το γύρισμα  με τους ηθοποιούς Παύλο Κοντογιαννίδη και Γιάννη Στάνκογλου  και το post production των ταινιών. Η πρώτη μια γλυκόπικρη κομεντί με υπαρξιακά διλήμματα, η δεύτερη πιο "σκληρή" με έναν εξαιρετικό Στάνκογλου, αποτέλεσμα της συνεργασίας και ομαδικής δουλειάς των κρατουμένων. Όσο για το σενάριο της ταινίας ``Ο Θανατοποινίτης`` που μιλάει για ένα μελλοθάνατο ο οποίος βρίσκει παρηγοριά στις λέξεις και με μια κιμωλία μεταμορφώνει τους τοίχους σε τεφτέρι, αντλεί έμπνευση από το ομώνυμο ραπ κομμάτι του Ραψωδού Φιλόλογου (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Πτίνη).

Κάποια βράδια, νομίζεις ότι όλα τα αστέρια λάμπουν στον ουρανό. Κάποιος ορθώνει το κεφάλι. Κάποιος ονειρεύεται.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.