ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Τα τζιέρια & τα γκουρμέ

Την Κυριακή που μας πέρασε διοργανώθηκε μια γευστική βόλτα στη γειτονιά μου με θέμα την ελληνική κουζίνα. Είναι ένα όμορφο προάστιο και παραδόξως ήσυχο με πολλά μικρά πάρκα με τα δεντράκια τους. Ήταν μια Δευτέρα, περίπου ένα μήνα πριν, που η κυρά Τασούλα με την κυρά Ελένη, αρπάχτηκαν, στα λόγια βέβαια, για τις επιδόσεις τους στην κουζίνα. Συνταξιούχος δασκάλα η Ελένη, απολάμβανε την ανατροφή του εγγονού και το μαγείρεμα στην ήσυχη κουζίνα της. Η κυρά Τασούλα, από την άλλη, έζησε μια ζωή μέσα στη γενναιόδωρα ευρύχωρη κουζίνα της μεγαλώνοντας τρία παιδιά. Μοσχοβολούσε η γειτονιά όταν έφτιαχνε γλυκά και ειδικά τα σιροπιαστά με τα χειροποίητα φύλλα κρούστας όπως το σαραγλί και τον μπακλαβά. Μπουκίτσες με γέμιση φιστίκι και καρύδι που έλιωνε στο στόμα και σε πήγαινε στον ουρανό. Διόλου τυχαίο που η μάνα της είχε τον καλύτερο φούρνο της περιοχής με παραδοσιακές λιχουδιές και μικρές πίτες.

Όσο για τον πατέρα της διατηρούσε με τα αδέλφια του ένα από τα καλύτερα τζιερτζίδικα της Αθήνας. Η κυρά Τασούλα γέλαγε με το όνομα που περιέγραφε το παραδοσιακό μαγειρείο. Εκεί, στον αριθμό 1, στη γωνία της οδού Κολοκοτρώνη με την Αθανασίου Διάκου, ο πατέρας της λειτουργούσε ένα από τα πιο γραφικά τζιερτζίδικα, τα μικρά μαγειρεία που πουλούσαν και κρασί. Τα τζιέρια , ήταν τα συκωτάκια που τηγανίζονταν μπροστά στον πελάτη. Έβαζε η μάνα της το τηγάνι και μύριζε όλη η γειτονιά. Οι πελάτες έτρωγαν τον χειμώνα μέσα όρθιοι σε ένα πάγκο και το καλοκαίρι στη αυλή με τις πράσινες καρέκλες και το αγιόκλημα. Για να πω την αλήθεια δεν το πρόλαβα το συγκεκριμένο μαγειρείο. Στα φοιτητικά χρόνια πηγαίναμε στη «Ροζαλία» στα Εξάρχεια ή στον «Πλάτανο», όπου το καλοκαίρι καθόμαστε έξω από το μεγάλο πλάτανο και ονειρευόμαστε ότι βλέπαμε στο διπλανό τραπέζι τον Σεφέρη, τον Βενέζη, τον Θεοτοκά, τον Δημήτρη Μητρόπουλο. Όταν κάνω βόλτες στη γειτονιά μου έρχονται μυρωδιές από τα πιο δημοφιλή φαγητά όπως η γνωστή φασολάδα με μπόλικες κόκκινες πιπεριές ή τα ντολμαδάκια γιαλαντζί που έφερε η πολίτισσα πεθερά της Εύης.

«Φτάνει να καίει το τσουκάλι» μονολογούσε η Μαριγούλα που τάιζε τα αδέσποτα της περιοχής.

Είμαστε μια ήσυχη γειτονιά . Όμως, το πρώτο «προβληματάκι» μας έκανε άνω κάτω.

Αιτία πολέμου και αφορμή ήταν ο τηλεοπτικός διαγωνισμός μαγειρικής . Η Δήμητρα που μένει δίπλα μου υποστηρίζει τον παίκτη Α. Ο Θανάσης, ο οδοντίατρος, παραδίπλα υπερασπίζεται τις μαγειρικές ικανότητες του Β. Η Σοφία, νύφη της Τασούλας με πατέρα ζαχαροπλάστη, στηρίζει με πάθος τον Γ. Σε αυτό το σημείο μπαίνουν οι φίλοι, τα σόγια, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Να φας κακαβιά από τα χέρια μου και να γλείφεις τα δάχτυλα σου», έλεγε η Ανθή της γωνιακής μονοκατοικίας και έβραζε μέσα της γιατί αυτή ήταν από νησί και είχε πατέρα ψαρά και μπορούσε ακόμα και από το γυαλί να ξεχωρίσει την καλή ψαρόσουπα. Πού ξέρουν οι βουνίσιοι από ψάρι; Τι sushi καλέ; Το Αιγαίο έχει τα πιο νόστιμα ψάρια. Έπιανε τα μπαρμπούνια ο πατέρα της, τα έπλενε με αλατόνερο και τα έριχνε κατευθείαν στο τηγάνι. «Ο Έλληνας ξέρει να φάει», είναι η κοινή διαπίστωση. Όλοι έχουμε φάει φαγητά που τα θυμόμαστε χρόνια. Ο πετυχημένος σεφ είναι αυτός που μπορεί με τη δουλειά του να ζήσει τον ίδιο και την οικογένειά του και να μαγειρεύει και ωραία. «Στη δική μου κουζίνα θέλω να μαγειρεύω γρήγορα και υγιεινά.» Η Δανάη πεισματάρα και αυθόρμητη κλείνει τα αφτιά της και τρέχει στη μικροσκοπική κουζίνα της. «Το φαγητό θέλει το χρόνο του», της πετάει η διπλανή .Η μάνα της έστειλε μια σκαναρισμένη σελίδα από το βιβλίο της Χρύσας Παραδείση. Στο χαρτί είναι μια πανεύκολη συνταγή. Άφησε την αφράτη ζύμη να ξεκουράζεται στον μαρμάρινο πάγκο της κουζίνας και έπιασε να χτυπάει το βούτυρο μέχρι να γίνει αφρός.

«Αχ αυτή η κρέμα λουκούμι τριαντάφυλλο πάνω από το προφιτερόλ. Μόνο με το άρωμα λιώνεις. Θέλω να ανοίξω ένα εστιατόριο με street food», ο Σοφοκλής, ο μικρότερος εγγονός της κυρα-Τασούλας πάει σε σχολή μαγειρικής. Δουλεύει ταυτόχρονα δυο φορές τη βδομάδα σε ένα μαγαζί στο κέντρο. Το πρώτο ερέθισμα ήταν η κουζίνα της γιαγιάς του .Στα χρόνια της κρίσης κάποια εστιατόρια μας έβγαλαν ασπροπρόσωπους. Μάγειρες και μαγείρισσες με πείσμα, μεράκι και ταλέντο έγραψαν το success story. Όχι, ότι ήταν εύκολο. Όμως κέρδισε το πείσμα. Καλό φαγητό είναι το γκουρμέ , κι όταν λέμε γκουρμέ, εννοούμε φαγητό που βγαίνει από τα χεράκια σου, μου έλεγε γνωστός σεφ στη Σαντορίνη, μαγείρεψε το όπως θα το έφτιαχνες για τον αγαπημένο σου.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.