ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Αντίο, γέλιο…

Όταν φτάνω στα σκαλιά του Εθνικού έχει ήδη χτυπήσει το πρώτο κουδούνι. Ο θίασος είναι έτοιμος να μας καλωσορίσει στον γοητευτικό και ονειροπόλο κόσμο του Μολιέρου.

«Κοίτα να δεις, αν ο Μολιέρος ζούσε σήμερα, θα πάθαινε σοκ , διαπιστώνοντας πόσο δημοφιλή είναι τα έργα του όχι μόνο στην πατρίδα του αλλά και στην χώρα μας», θα μου ψιθυρίσει η Κατερίνα, βλέποντας το γεμάτο θέατρο και τους ανυπόμονους θεατές. Αν κάνει κάτι ιδιαίτερα αγαπητό το έργο του είναι γιατί οι κωμωδίες του θα μπορούσαν να είναι και δράματα. Ο πόνος, η μοναξιά, ο ανταγωνισμός, η οργή που αγγίζουν τα όρια της εξόντωσης αλλά και από την άλλη οι στιγμές χαράς και η βαθιά αγάπη για ζωή κάνουν τους ήρωες του διαχρονικούς. Σε ένα τεράστιο σκηνικό περιβάλλον «αποσύνθεσης» που έχει στήσει η Εύα Μανιδάκη, ο Γιάννης Χουβαρδάς που καταπιάνεται με το εμβληματικό έργο του Μολιέρου, μας καταθέτει ένα ελεγειακό, συχνά σουρεαλιστικό, γλυκόπικρο πορτρέτου του Μισάνθρωπου. Το παράδοξο του χρόνου, η μνήμη και η υπερβατική της δυνατότητα , ο πόνος της απόρριψης, η μισανθρωπία, ο διχασμός ανάμεσα στο ιερό και το βλάστημο αλλά και ο ανατριχιαστικός κοινωνικός περίγυρος ,ελλοχεύουν σε κάθε γωνία του ξύλινου πατώματος.

Σε αυτή την θλιβερή γιορτή βουτηγμένη σε μυρωδιές φετίχ και στις νότες μιας παρατεταμένης εφηβείας οι κωμικοί ήρωες μεταμορφώνονται σε τραγικά πρόσωπα.

Ο πρωταγωνιστής ο Αλσέστ είναι το κωμικό πρόσωπο που γίνεται ένας τραγικός ήρωας καθώς πιστεύει ότι είναι σωστό να λέμε την αλήθεια σε όλες τις περιστάσεις. Από την πρώτη σκηνή ο ήρωας θα κερδίσει τον σεβασμό μας γιατί δεν είναι ο μισάνθρωπος που μισεί όλη την ανθρωπότητα , ούτε κάποιος εγωκεντρικός, κυνικός τύπος που δεν ενδιαφέρεται για τον συνάνθρωπο. Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα θα τον χαρακτηρίζαμε ακοινώνητο, οξύθυμο με εκρηκτικά ξεσπάσματα.
«…Όχι είναι απέχθεια γενική, μισώ όλους τους ανθρώπους / Μισώ τους μεν γιατί είν’αισχροί, καθάρματα μεγάλα/τους μισώ δε γιατί με τους αισχρούς τα πάνε μέλι γάλα /και δεν αισθάνονται γι’αυτούς το ρωμαλέο μένος/που πρέπει στους ενάρετους να εγείρει ο διεφθαρμένος..»

Ντυμένος πάντα με γούστο και φινέτσα ο Αλσέστ θέλει να γίνει αποδεκτός από τους άλλους αλλά ταυτόχρονα περιφρονεί τις υποκρισίες της καθημερινής ζωής. Από τις πρώτες σκηνές του έργου τον βλέπουμε να κάνει προσπάθειες να γίνει αρεστός ,να προσαρμόσει το εκρηκτικό ταπεραμέντο του στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο ήρωας κινείται στα σαλόνια των πλουσίων , ωστόσο στηλιτεύει κάθε στιγμή την κοινωνική υποκρισία, το «φαίνεσθαι» και όχι το «είναι». Η κριτική του απέναντι στην Αυλή προαναγγέλλει τη Γαλλική επανάσταση. Αυτό όμως, δεν τον εμποδίζει να ερωτευτεί την κακομαθημένη Σελιμέν, που χρησιμοποιεί όλα τα τερτίπια του μάταιου τούτου κόσμου για να διατηρήσει και να παίξει με το πάθος του.
Ο Αλσέστ έχει τη γενναιότητα ενός αισθήματος γνωρίζοντας ότι θα πέσει και θα ``σπάσει`` τα μούτρα του. Είναι η ζήλια άραγε που ενεργοποιεί την μισανθρωπία του ήρωα;

Σημαντικοί μελετητές του Μολιέρου υποστηρίζουν ότι «Ο Μισάνθρωπος» είναι εμπνευσμένος από τον Δύσκολο του Μενάνδρου. «Ο μελαγχολικός χαρακτήρας του Αλσέστ, η ευαισθησία και η αίσθηση μελαγχολίας που αποπνέει τον καθιστούν πολιτισμικό πρότυπο. Η διάσταση αυτή έχει συζητηθεί από τους φιλοσόφους Βολταίρο και Ρουσσώ», γράφει ο Harold Bloom.
Πώς ένα έργο που γράφτηκε κάποιους αιώνες πριν, μπορεί και αγγίζει το σύγχρονο θεατή ; Ο Γιάννης Χουβαρδάς έχω την αίσθηση ότι κέρδισε το στοίχημα από την πρώτη στιγμή, αριστοτεχνικός στη χρήση του ευφάνταστου σκηνικού, μοναδικά εφευρετικός στην «σύγκρουση» λόγου και εικόνας, δημιουργεί μεγάλου μεγέθους εμπειρίες για να υπενθυμίσει το παράδοξο της ζωής. Μία κάμερα σε τριπόδι, και τον Αλσέστ σε ρόλο σκηνοθέτη να αποτυπώνει σκηνές της δράσης , πρόσωπα, γκρο πλαν που προβάλλονται σε μια παλιά τηλεόραση στο πάτωμα και σε μια τεράστια οθόνη στο βάθος της σκηνής, καταργούν κάθε έννοια του χρόνου.

«Όπου κοιτάζω γύρω μου άνανδρη κολακεία» ,διακηρύσσει , ο Αλσέστ, του Μιχάλη Μαρμαρινού που, ενώ δηλώνει την επιθυμία του «να φύγει πέρα σε μια ερημιά» παραμένει στον ματαιόδοξο και υπεροπτικό κόσμο εξαιτίας του πάθους του για την Σελιμέν.

Όρθια κοιτάζω ανάμεσα στα δάχτυλά μου την κουρτίνα που κατεβαίνει και τα φώτα που ανάβουν. Το παρατεταμένο χειροκρότημα των θεατών είναι αληθινό και γενναιόδωρο.

Είναι αληθινή η χαρά εκείνης της στιγμής, είναι αληθινό το συναίσθημα. Καθώς περιμένω να γίνει πράσινο το φανάρι, σκέφτομαι ότι η ευτυχία βρίσκεται στη χαρά της στιγμής σε αυτά που δεν φανταζόσουν ότι υπάρχουν.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.