ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Μια σκέψη για τον κάθε άγνωστο Αντετοκούνμπο

Θυμάμαι ακόμα μια στιγμή από την εφηβική μου ηλικία, εν πολλοίς αδιάφορη, ίσως ασήμαντη. Ήταν καλοκαίρι, μεσημέρι προς απόγευμα μάλλον.

Έβλεπα μια ταινία στην τηλεόραση, από αυτές τις εύπεπτες παραγωγές που προορίζονταν κάποτε –ίσως και ακόμα, πλέον δεν ανοίγω την τηλεόραση- για να γεμίζουν τα μεσημέρια μας. «The Air up There» λεγόταν με πρωταγωνιστή τον Kevin Bacon. Λίγο στερεότυπο American dream: ένας scouter ταλέντων πηγαίνει στην Αφρική, όπου, τυχαία, ανακαλύπτει έναν δίμετρο νεαρό. Θαμπώνεται από το ταλέντο του και με τα χίλια ζόρια καταφέρνει να τον πείσει να έρθει μαζί τους στις ΗΠΑ. Εκεί γίνεται ένα αστέρι του NBA.

Δεν καλοθυμάμαι, αλλά πρέπει να την χάζευα με σχηματισμένο ένα αφελές χαμόγελο στα χείλη. Με πλησίασε ο πατέρας μου. Μάλλον κάποια πολιτική συζήτηση θα είχε στην τηλεόραση: «τι ώρα τελειώνει;», «ακόμα στα μισά είναι», «τι την βλέπεις αυτήν τη βλακεία; Έχει ειδήσεις», «μπαμπά, εδώ γελάνε, χαίρονται, παίζουν μπάσκετ. Το μπάσκετ έχει μαγεία, ενώνει. Βλακείες θέλεις να δεις εσύ, ένα τσίρκο που τσακώνονται». Ακριβώς έτσι είχε η στιχομυθία, ακόμα την θυμάμαι καθαρά. Ο πατέρας μου συνήθιζε να απαντάει, δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω. Αλλά μάλλον ξαφνιάστηκε. Και έφυγε με ένα ελαφρύ μειδίαμα.

Αμέσως μετά το πρόγραμμα είχε Φυτευτή, το παρκάκι κάτω από την πλ. Κολιάτσου. Εκεί μαζευόμασταν όσοι είχαμε μείνει στην Αθήνα και παίζαμε μπάσκετ. Εκεί μαζεύονταν και τα «μαυράκια» -μεταφέρω εδώ τη φρασεολογία της εποχής, όπως την είχα ακούσει. Ήταν ο Νίκος, ο Μιχάλης, ο Αντώνης, ο Κώστας και άλλοι, όλοι από την Αφρική (τα πρόσωπα είναι υπαρκτά, αλλάζω μόνο κάποια ονόματα, καθώς δεν έχω πάρει την άδειά τους να τούς κατονομάσω). «Μαυράκια» τους έλεγαν οι μεγαλύτεροι. Στα δικά μου μάτια, 15 χρονών τότε, ήταν θηρία ολόκληρα. Ειδικά ο Κώστας περνούσε τα δύο μέτρα. Ήταν και άλλοι εκεί, από άλλες μεριές του κοσμού: Αλβανία, Γεωργία και πάει λέγοντας.

Ήταν τέλη 1990 με αρχές 2000. Δεν εξιδανικεύω την κατάσταση. Ήταν μια κοινωνία διαφορετική. Τότε ο λεγόμενος «ξένος» ήταν ένα φαινόμενο πιο σπάνιο από ό,τι είναι σήμερα –και, άρα, πιο «εξωτικό». Ήταν οι αρχές του μετασχηματισμού της κοινωνίας σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε πολυπολιτισμική. Αν είχαμε καχυποψία απέναντί τους; Ναι, είχαμε. Ήμασταν, άλλωστε, «Έλληνες» και ήμασταν περήφανοι γι’ αυτό, ακόμα και αν δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε για τι ακριβώς περηφανευόμασταν. Άλλωστε, μια κοινωνική κατασκευή είναι το «έθνος», στο φαντασιακό κυρίως στηρίζεται. Το ίδιο, φυσικά, ίσχυε λίγο-πόλυ και για τους «ξένους».

Αν υπήρχε ρατσισμός; Δεν ξέρω αν υπήρχε, σίγουρα, όμως, στο πλαίσιο της «περηφάνιας» αυτής είχαμε κάποιες φορές εκφραστεί απαξιωτικά προς τους «ξένους». Με αυτό το «είχαμε» δεν εξαιρώ τον εαυτό μου... Ωστόσο, η καχυποψία αυτή σταματούσε, όταν αναπηδούσε η μπάλα στο τσιμέντο. «Μπει, δεν μπει» και χωρισμός ομάδων. Αυτό ήταν το τέλος του όποιου «ρατσισμού». Μετά μιλούσε το μπάσκετ, ο αθλητισμός. Και ο αθλητισμός, ξέρετε, ενώνει. Γεννά χαμόγελα και φιλίες. Και οι όποιοι διαχωρισμοί φαίνονται πλέον τόσο ανόητοι και ανούσιοι. Όπως και είναι.

Ήταν μια εποχή μετασχηματισμών. Η αρχή της γένεσης ενός νέου κόσμου. Και τις ωδίνες του τοκετού ακόμα δεν τις νιώθαμε, ήταν πολύ νωρίς. Αυτές έγιναν σαφείς κάπου 10 χρόνια μετά. Από τα παιδιά αυτά της Φυτευτής κανείς δεν έγινε γνωστός μπασκετμπολίστας. Όλοι είναι επιτυχημένοι σήμερα σε αυτό που κάνουν. Παραμένουν, όμως, άγνωστοι στο ευρύ κοινό.

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ήταν τότε μόλις 5-6 χρονών. Πιθανότατα δεν είχε πιάσει ακόμα μπάλα στα χέρια του. Ούτε είχε καταλάβει πως γεννήθηκε σε μια εποχή μετασχηματισμών –την οποία έμελλε να σημαδέψει. Οι ωδίνες, που η δική μας εφηβική περίοδος δεν ένιωσε, ήταν αυτές που σημάδεψαν τους εφήβους της επόμενης δεκαετίας –και τον Γιάννη. Αύξηση του μεταναστευτικού πληθυσμού, κοινωνική αποδιοργάνωση, το σκάσιμο της φούσκας της ευημερίας, μνημόνιο, ρατσισμός, Χρυσή Αυγή.

Σήμερα βλέπουμε έναν πετυχημένο νέο αθλητή, ένα παγκόσμιο πρότυπο. Αν κοιτάζαμε δέκα χρόνια πίσω, θα βλέπαμε ένα παιδί που βίωνε τον ρατσισμό στο πετσί του, τη φτώχεια και την ανέχεια. Ακόμα και το ελληνικό διαβατήριο το πήρε άρον άρον, όταν η τότε πολιτική ηγεσία κατάλαβε πως, αν του το αρνούνταν, θα συντριβόταν επικοινωνιακά. Ο Γιάννης ήταν ήδη στον δρόμο της λάμψης.

Σήμερα –και όχι μόνο σήμερα- διαβάζοντας και ακούγοντας τις συνεντεύξεις του, εντυπωσιάζομαι. Ο Γιάννης δεν είναι απλά ένας μεγάλος αθλητής, είναι μια προσωπικότητα που με τη λάμψη της αποκτά διαστάσεις κοινωνικού φαινομένου. Με λόγο απλό, ζεστό και –χωρίς υπερβολές- συχνά διδακτικό, με ύφος νηφάλιο που επικεντρώνεται μόνο στη θετική πλευρά της ζωής. Με κοινωνική δράση λανθάνουσα μακριά από τις κάμερες.

Φέτος γυρίζεται η συνέχεια του Space Jam. Για όσους δεν γνωρίζουν, πρόκειται για μια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, με πρωταγωνιστές τον Lebron James και άλλους αστέρες του NBA. Ο Γιάννης αρνήθηκε να συμμετάσχει, ήθελε να δουλέψει το καλοκαίρι, για να βελτιώσει τις αδυναμίες του παιχνιδιού του. Αυτός, ο καλύτερος παίχτης του κόσμου για το 2019...

Δεν γνωρίζω αν το έχει καταλάβει ο ίδιος, δεν είναι άλλωστε ο ρόλος του. Ο Γιάννης δεν είναι μόνο ένα πρότυπο και ένα ζωντανό παράδειγμα για το πού οδηγεί η σκληρή δουλειά και η αξιοπρέπεια. Είναι ο άνθρωπος που μέρα με τη μέρα μας βοηθάει να αντιληφθούμε πως το μεγαλείο δεν έχει σύνορα, όρια, ταυτότητα, καταγωγή. Είναι ο δικός μας Γιάννης, όχι επειδή είναι Έλληνας, αλλά επειδή συμβολίζει το όνειρο κάθε γονιού από όλον τον κόσμο για τα παιδιά του: αξιοπρέπεια, ήθος, εργατικότητα, ένα λαμπερό χαμόγελο και –γιατί όχι;- επιτυχιά. «Να θέλουν περισσότερα, αλλά να μην είναι άπληστα», σύμφωνα με τη συμβουλή του πατέρα του, Τσαρλς... Η αναγνώριση του μεγαλείου είναι ίσως το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνουμε, αν θέλουμε να πορευόμαστε με το κεφάλι ψηλά. Ο Γιάννης μας βοηθάει και σε αυτό.

Και μια τελευταία σκέψη. Όσοι είμαστε σήμερα περήφανοι για τον Γιάννη, τον MVP του 2019, έχουμε ένα χρέος και προς όποιον το βραβείο αυτό συμβολίζει, τον κάθε άγνωστο που ζει δίπλα μας, Έλληνα, μετανάστη, πρόσφυγα. Να τον σεβόμαστε. Κανένα μερίδιο περηφάνειας δεν αντιστοιχεί στον ασεβή. Έχουμε δρόμο ακόμα. Έχουμε κάνει αρκετό, δεν αντιλέγει κανείς, αλλά αυτό είναι το κακό του δρόμου: «ποτέ δεν φτάνει». Το είπε, άλλωστε, και ο Γιάννης χτες: δεν του φτάνει το βραβείο, έχει πολύ δρόμο ακόμα.

*Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.