ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ανάμεσα στην τρέλα και τον θρίαμβο

Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι, σε μια χαλαρή βραδιά, από εκείνες που εύχεσαι να κρατήσουν για πάντα, ανάμεσα σε ετερόκλητες μουσικές, έπεσε στα χέρια μου ένα εξαιρετικό κόμικ, ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη με τη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά. Περιτριγυρισμένη από καμιά δεκαριά έφηβους που καθόντουσαν όπου μπορούσαν, στον μοναδικό καναπέ, στις δυο καρέκλες ή κατάχαμα στη βεράντα, το κόμικ με τη ζωή του "μύθου" της νεοελληνικής μαρμαρογλυπτικής, δεν πέρασε απαρατήρητο.

Αν και για τους περισσότερους ο Χαλεπάς είναι τα εκπληκτικά γλυπτά από μάρμαρο και κυρίως η "Κοιμωμένη", αυτή η έκδοση ανοίγει ένα νέο σύμπαν. Μια πλευρά διαφορετική, όχι απαραίτητα άγνωστη του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη με την τόσο προσωπική εικαστική γλώσσα.

Ωστόσο, στo πιο περίβλεπτο σημείο του εικονοστασίου των δυο συγγραφέων, χωρίς αμφιβολία, στέκεται η απόχρωση του γκρι που παραπέμπει στα χρώματα του μάρμαρου στο οποίο λαξεύτηκε ο Ερμής από τον Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου, η Νίκη της Σαμοθράκης, τα γλυπτά του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού.

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στη Τήνο παραμονή Δεκαπενταύγουστο του 1851. Γόνος οικογένειας περίφημων μαρμαρογλυπτών, ο πατέρας του Ιωάννης και ο θείος του είχαν ανθηρή επιχείρηση στο νησί, ο νεαρός Γιαννούλης θα ακολουθήσει την γλυπτική ενώ το τραγικό πεπρωμένο θα σημαδέψει την τέχνη του. Tο μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά, έδειξε από νωρίς το ταλέντο του στην μαρμαρογλυπτική, περνώντας αρκετό χρόνο στην οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής που είχε παραρτήματα στον Πειραιά στην Σμύρνη και στην Οδησσό. Τελειώνοντας τις σπουδές του στο Σχολείο των Τεχνών, από το 1872 και μετά θα συνεχίσει με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου στην Ακαδημία του Μονάχου. Μόλις 24 ετών, ο Χαλεπάς εξέθεσε το έργο του, "Το παραμύθι της Πεντάμορφης" για το οποίο και διακρίθηκε. Παρά τις διακρίσεις και την αναγνώριση του ταλέντου του, η διακοπή της υποτροφίας τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Αθήνα.

Τέλος οι λαμπρές σπουδές, η μάθηση, η οργανωμένη ζωή. Στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους θα στήσει το εργαστήριο του. Θα δεχτεί πολλές παραγγελίες και θα δουλεύει από το πρωί έως το βράδυ, στο εργαστήριο του που στην αρχή ήταν στο Σύνταγμα και μετά στην οδό Μαυρομιχάλη. Το 1877 ολοκλήρωσε τον "Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα" και την ίδια χρονιά, άρχισε να δουλεύει στο μάρμαρο, την "Κοιμωμένη", ένα αριστούργημα της μαρμαρογλυπτικής. Πολλά έχουν γραφτεί για το όμορφο άγαλμα της νέας κοπέλας που φαίνεται σαν να έχει αφήσει την τελευταία ανάσα της στο αναστατωμένο κρεβάτι. Η Σοφία Αφεντάκη, το άγαλμα της οποίας σμίλεψε ο Χαλεπάς ήταν στην εποχή της , στα τέλη του 19ου αιώνα μια από τις καλλονές της Αθηναϊκής κοινωνίας.

Η ιστορία της έγινε μύθος και πέρασε από σε στόμα σε στόμα σαν λαϊκό ανάγνωσμα για την όμορφη κοπέλα που ερωτεύτηκε με πάθος έναν Ιταλό τενόρο. Ο πατέρας της όμως θα αποδοκιμάσει το ειδύλλιο και η νεαρή κοπέλα θα φαρμακωθεί. Το τραγικό ρομάντζο δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Η Αφεντάκη πέθανε από φυματίωση και ο Χαλεπάς σμίλεψε την "Κοιμωμένη" τόσο περίτεχνα που δείχνει τόσο ήρεμη σαν να κοιμάται. Είναι ντυμένη για ύπνο με το νεανικό νυχτικό της κουμπωμένο ως ψηλά στο στέρνο. Τα χέρια της είναι χαλαρά, το ένα ριγμένο στο πλάι και το άλλο κάτω από το στήθος της ενώ είναι σκεπασμένη με ένα σεντόνι. Το επιτύμβιο μνημείο της Αφεντάκη παραγγέλθηκε από τον θείο της, ευεργέτη της Κιμώλου και λέγεται ότι ο Χαλεπάς ονειρεύτηκε το άγαλμα της κοιμωμένης, πάνω στο οποίο διαπίστωσε ότι είχε κάνει λάθος. Τα πόδια της κοπέλας στο άγαλμα είναι ελαφρώς λυγισμένα. Όταν, όμως τεντωθούν προεξέχουν από το κρεβάτι. Το λάθος του στοίχησε. Το ίδιο και ο ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του που οι γονείς της αρνήθηκαν να τα του τη δώσουν σε γάμο. Τότε κανένας δεν γνώριζε για τα βαθύτερα αίτια της ψυχικής νόσου που τον βασάνιζε.

Το 1888 η οικογένειά του πτώχευσε. Εκείνη την εποχή ο Χαλεπάς ζούσε σε πλήρη απομόνωση και τριγυρνούσε στις ερημιές, καταστάσεις που τρόμαζαν τους ανθρώπους. Οι γιατροί διέγνωσαν "άνοια". Παρά τις αντιρρήσεις της μάνας του, ο πατέρας του τον κλείνει στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Συνεχίζει να ζωγραφίζει παρά την καταστροφή των έργων του από γιατρούς και φύλακες. Ένα μόνο έργο του σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος. Τον Σεπτέμβρη του 1938 ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα φύγει για το μεγάλο ταξίδι. Πρέπει να χάσεις το φως για να μπορέσεις να δεις. "Αλλιώς πρόκειται για οφθαλμαπάτη".

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.