ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η Μεσογείων ανασαίνει ελεύθερη

Το είχα ακούσει το νέο, αλλά δεν μου έκανε ιδιαίτερη αίσθηση. Τα γραφεία της Χρυσής Αυγής στη Μεσογείων, είχα διαβάσει, ξενοικιάστηκαν, η συμμορία ξεσπιτώθηκε, η επιγραφή αποκαθηλώθηκε, το «μαγαζί» έκλεισε. Η οικονομική ασφυξία που προκάλεσε η εκλογική της συντριβή έφερε απτά και ορατά στον καθένα αποτελέσματα. Το είχα ακούσει, το είχα διαβάσει, δεν το είχα δει. Μέχρι χτες το βράδυ.

Μετακόμισα στην ευρύτερη περιοχή που στοιχειωνόταν από τα γραφεία της συμμορίας αυτής πριν περίπου έξι χρόνια, λίγο-πολύ την ίδια εποχή που αυτά είχαν ανοίξει. Και, πιστέψτε με, το να βλέπεις κάθε βράδυ, γυρνώντας από τη δουλειά, τους μαιάνδρους με την αισθητική της χιτλερικής σβάστικας δεν ήταν και το καλύτερο θέαμα για το τέλος της ημέρας. Και όσο και αν συνηθίζεις τον διάκοσμο του κάθε τοπίου στην καθημερινότητα, δεν γίνεται, υπάρχουν πάντα ερεθίσματα που σφίγγουν σαν μέγκενη γύρω από τον λαιμό, προκαλώντας ασφυξία. Και την ασφυξία δεν την συνηθίζει κανείς.

Η Χρυσή Αυγή ήταν -και με χαρά χρησιμοποιώ το ρήμα σε χρόνο παρελθοντικό πλέον- το μεγαλύτερο καρκίνωμα της ελληνικής κοινωνίας. Και την χαρακτηρίζω κατά τον τρόπο αυτό με πλήρη συνείδηση της γενίκευσης που επιστρατεύω. Θυμάμαι μαθητές μου στο φροντιστήριο, πριν πέντε-έξι χρόνια, να έχουν γίνει μέλη της οργάνωσης αυτής και να διατυμπανίζουν την ιδιότητά τους με περηφάνια. Συμμετείχαν σε κάτι εθνικιστικά καλέσματα, στην ετήσια εκδήλωση προς σκύλευση και καπηλεία των πεσόντων στα Ίμια, στήριζαν στη ρητορεία τους τα «συσσίτια μόνο για Έλληνες», έκαναν λόγο για εθνική ενότητα, κολλούσαν στους τοίχους της γειτονιάς αυτοκόλλητα με το έμβλημα της νεοναζιστικής συμμορίας... Στο μάθημα της Ιστορίας θυμάμαι ακόμα την ένστασή τους στο σημείο όπου το βιβλίο (σελ. 144) αναφέρει πως «χιλιάδες πρόσφυγες, ακολουθώντας τον στρατό, άρχισαν να φτάνουν στην Ελλάδα». Στη συνέχεια του μαθήματος περιγράφεται αδρομερώς η μέριμνα για τον προσφυγικό κόσμο. «Γιατί δεν τους πνίγαμε;», ήταν η απορία τους. Όταν κατάλαβαν πως επρόκειτο για Έλληνες, η οργή κάπως καταλάγιασε. Ξαναφούντωσε, όμως, όταν διάβασαν πως στους πρόσφυγες συγκαταλέγονταν και 50.000 Αρμένιοι. Σε αυτό το σημείο σημασία δεν έχει τόσο η διαχείριση της στάσης του μαθητή, όσο ότι η κατάσταση αυτή αποτελούσε μια πραγματικότητα και οι «απόψεις» αυτές επηρέαζαν, με τον μανδύα της «ιδεολογίας», μεγάλο αριθμό μαθητών.

Ο αντίλογος και η κατακραυγή είναι πάντα εύκολες λύσεις, άγονες όμως. Δύσκολο είναι να συνειδητοποιήσεις πως οι μαθητές αυτοί ήταν απλά παιδιά της ηλικίας τους. Παιδιά αξιοπρεπή, που σε άλλους τομείς της καθημερινότητας είχαν ευαισθησίες, παιδιά ζωντανά και καλοπροαίρετα. Ό,τι στερεοτυπικά ονομάζουμε «καλά παιδιά». Καύχημα έχω πως σε κάποια από αυτά συνέβαλα στην ιδεολογική τους μετατόπιση. Στίγμα φέρω πως σε άλλα απέτυχα. Ήταν, ωστόσο, τρομακτικό να βλέπεις πως οι «ιδέες» αυτές δεν έβρισκαν ανταπόκριση μόνο στο περιθώριο της κοινωνίας.

Χτες το βράδυ μού ήρθαν στον νου αυτές οι ημέρες και αυτές οι συζητήσεις. Και ένα αυθόρμητο χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη, καθώς οδηγούσα επιστρέφοντας. Το κτήριο αυτό στη Μεσογείων μπορεί και πάλι να ανασαίνει, όπως και όλη η περιοχή, πιο ελεύθερα. Μόνο το πανό του ξεθωριασμένου φυρερίσκου είχε μείνει να κρέμεται -σύντομα θα κατέβει και αυτό. Και μαζί με αυτό κατάλαβα πως, δεν μπορεί, κάποια από τα τότε ανήλικα και άγουρα ακόμα παιδιά, που με θέρμη υποστήριζαν την εγκληματική αυτή κοινοβουλευτική συμμορία, πλέον θα έχουν αλλάξει ιδεολογική και πολιτική τοποθέτηση. Είναι αυτό ένα μεγάλο κέρδος και ένα αδιαμφισβήτητο σημάδι της ωρίμανσης της ελληνικής κοινωνίας.

Ξέρω, ο αντίλογος είναι εύκολος - πάντα είναι, άλλωστε. «Οι δολοφόνοι ακόμα είναι ελεύθεροι», «οι κλέφτες κυβερνάνε», «οι φασίστες δεν χάθηκαν, αλλά κρύβονται». Ωστόσο, η εικόνα αυτή στη Μεσογείων αποπνέει αισιοδοξία. Δεν γίναμε παράδεισος, κανείς δεν το λέει αυτό. Σφραγίσαμε, όμως, μια πύλη που οδηγούσε ευθεία στην κόλαση. Και, ναι, προτιμώ το χέρι που προς αφελείς κραδαίνει ανόητα σπιράλ με υποτιθέμενες επιστολές του Ιησού από αυτό που κραδαίνει λοστάρια και πιστόλια, κηρύττοντας το μίσος. Με τον γραφικό γελάς, με τον Ναζί κανείς ποτέ δεν γέλασε. Και με τους τελευταίους για την ώρα τελειώσαμε. Ας τους κατευοδώσουμε με την ευχή να πάνε στον αγύριστο.

* Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.