ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η πτώση και η έκπτωση

"Η κριτική μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την προϋπόθεση ότι έχει μέλλον", γράφει ο Έντουαρντ Σαϊντ. Η Ελένη γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χωριό έξω από τη Δράμα. Σπούδασε Ιατρική στην Ξάνθη, έφυγε για μεταπτυχιακά στη Γερμανία, ακολούθησε η Αμερική και στο ζενίθ της επαγγελματικής καταξίωσης αποφάσισε να δεχθεί την πανεπιστημιακή θέση στην Ελλάδα.

Όλα αυτά τα χρόνια που πάει κι έρχεται έχουμε κάνει ατέλειωτες κουβέντες για το μέσα και το έξω, για το πόσο επηρεάζει η απόσταση την οπτική που βλέπουμε τα πράγματα. Δεν θυμάμαι ποια ήταν η αφορμή, νομίζω οι μετανάστες και η μια κουβέντα έφερε την άλλη για να μου εξομολογηθεί την ιστορία της δικής της οικογένειας: Ο παππούς της, ήταν ένας ακροδεξιός καπετάνιος που πολέμησε πρώτα εναντίον των Γερμανών και των Βουλγάρων στα βορειοελλαδικά σύνορα της χώρας και αμέσως μετά εναντίον των κομμουνιστών για να καταλήξει να μαζέψει παράσημα και στο τέλος να γίνει κοινοτάρχης της μεθοριακής κωμόπολης έως τη δεκαετία του `70 χωρίς να αλλάξει πολιτικές πεποιθήσεις.

Η Ελένη προσπαθεί να σκιαγραφήσει το κλίμα της εποχής κρατώντας σημειώσεις από τις διηγήσεις και της αναμνήσεις των δικών της ανθρώπων. Η αφήγησή της περνά από τις δεκαετίες του 1940 και του 1950 στην Μεταπολίτευση για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας σε συνεχές μπρος πίσω. Αντικομουνιστής έως το μεδούλι ο παππούς, σκληρός με τη γυναίκα του και τα παιδιά του και εθνοφυλετικά αμετανόητος, θα υποθηκεύσει το μέλλον των απογόνων, ρίχνοντας βαριά τη σκιά του. "Η μόλυνση της φυλής και του έθνους εκπροσωπεί πάντα τον μεγαλύτερο κίνδυνο", θα μου πει με εξομολογητική διάθεση.

Αποφεύγοντας τον συναισθηματισμό, μακριά από πολιτικές καταγγελίες, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, όπως η αυτοκτονία του πατέρα της μετά από καταγγελίες που τον θεωρούσαν υπεύθυνο για την εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων, προσπαθεί να ξετυλίξει το νήμα από την αρχή και να καταλάβει πως τα συλλογικά πάθη του παρελθόντος θα μεταγγιστούν, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, στο παρόν, αποδεσμεύοντας την ίδια πολιτική βία. "Τότε ο στόχος των ακροδεξιών ήταν οι κομμουνιστές, σήμερα είναι οι μετανάστες. Κάποιες φορές οι αφηγήσεις και οι προσωπικές μαρτυρίες που μοιάζουν σαν παραμύθι, φανερώνουν αλήθειες. Ο διχασμός διαιρεί τους ανθρώπους και σπέρνει το μίσος. Μέσα στην ίδια οικογένεια τα μέλη της αλληλοσπαράζονται".

Παρά την Μικρασιατική Καταστροφή, ο Διχασμός δεν ξεπεράστηκε. Συνεχίστηκε ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης, μέσα στα όρια του κράτους, με τρία μέτωπα σύγκρουσης: μεταξύ προσφύγων και γηγενών, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων και εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων, μεταξύ νέων χωρών και Παλαιάς Ελλάδας. Συνεχίστηκε επίσης ως θρησκευτικό σχίσμα μεταξύ των πιστών του Βενιζέλου και εκείνων του Κωνσταντίνου.

Ο πολιτογραφημένος όρος "Διχασμός" ως περιγραφή της σύγκρουσης βενιζελικών και αντιβενιζελικών κατά την περίοδο 1914-1920, μπορεί να θεωρηθεί και ως ένα βαθμό παραπλανητικός. Και αυτό γιατί ουσιαστικά αποκρύπτει την πραγματικότητα ενός εμφυλίου πολέμου, ο οποίος υπολείπεται οπωσδήποτε σε αριθμό θυμάτων και αγριότητας εκείνου της δεκαετίας του 1940, δεν υστερεί όμως σε τίποτα όσον αφορά το παραδειγματικό μένος μεταξύ των παρατάξεων.

Στο βιβλίο του "Μετά το 1922", εκδόσεις Πατάκη, ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, διαψεύδει την εικόνα της στασιμότητας που καλλιεργείται σήμερα. Δεν ήταν "πάντα έτσι" οι Νεοέλληνες και το κράτος τους, όπως λέγεται συχνά. Υπήρξαν στιγμές και εκτός πολέμων που στάθηκαν ικανοί για μεγάλα έργα, που αξιοποίησαν στο έπακρο εξωτερικά δάνεια και ξένη βοήθεια. Όπως και στο πολυδιαβασμένο έργο του "1915" ο καθηγητής και βραβευμένος συγγραφέας, Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, θα πάρει θέση υπέρ του Ελευθερίου Βενιζέλου επισημαίνοντας, "μόνο στην περίπτωση του βενιζελισμού μπορεί να γίνει λόγος για συγκροτημένη πολιτική, με συγκεκριμένους στόχους και μέτρα για την επίτευξή τους". Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι κοινός άξονας της πολιτικής αυτής ήταν η οικοδόμηση σύγχρονου κράτους σε συνθήκες και με σεβασμό στη διεθνή νομιμότητα.

Και όταν υπόσχεται προστασία σε εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, το κάνει αποσκοπώντας στην εξισορρόπηση ή ανατροπή του εκλογικού πεδίου , όχι ως απόρροια ρητών και εκπεφρασμένων ιδεολογικών θέσεων. Όσον αφορά το πολιτικό πεδίο, η σφοδρή σύγκρουση βενιζελισμού και αντιβενιλισμού καταδεικνύει τα όρια της χαρισματικής ηγεσίας και το ανεπίλυτο πρόβλημα της διαδοχής της, ειδικά όταν το χάρισμα μετατρέπεται σε κληρονομική αξία. Σύμφωνα με τον συγγραφέα το "ζητούμενο εδώ είναι η κατανόηση, η εξήγηση, η ερμηνεία. Όχι η εξύμνηση, ούτε η καταγγελία". Ερμηνεύοντας την συντηρητική όψη του αντιβενιζελισμού, φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές του βενιζελισμού, ο Μαυρογορδάτος καταθέτει μια άλλη ανάγνωση μιας κρίσιμης ιστορικής περιόδου που ο απόηχος φτάνει στο σήμερα και ίσως το αύριο. Την ιστορία εντέλει την μαθαίνουμε όχι να γνωρίσουμε το παρελθόν αλλά να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει τώρα.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.