ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Κορονοϊός: Ας αφήσουμε τα «ψεκάσματα», ας περάσουμε στη διαχείριση

Παράξενη περίοδος, αδιαμφισβήτητα. Όπου και αν κοιτάξεις γύρω σου, ό,τι και αν σκεφτείς, οι διαφορές με το μόλις πρόσφατο παρελθόν είναι χαώδεις. Στα απαραίτητα εφόδια της καθημερινότητας έχει προστεθεί η μάσκα, απόβλητα από τις συνήθειές μας είναι η αγκαλιά, το φιλί, ο θερμός χαιρετισμός. Η συνήθης  εγκαρδιότητα (ειλικρινής ή όχι, μικρή σημασία έχει) και ο αυθορμητισμός έχουν δώσει τη θέση τους στην απόσταση ασφαλείας. Χτυπήματα γερά στη νοοτροπία της χώρας μας όλα αυτά. Και σαν να μην έφταναν, κλειστή και πάλι η εστίαση, στοιχείο δομικό της κουλτούρας, της ζωής μας αλλά και του κοινωνικού μας ιστού. Κάτι από την Ελλάδα που ξέρουμε έχει χαθεί Τώρα ειδικά, που η μέρα όλο και μικραίνει, οι ψηφίδες αυτής της νέας πραγματικότητας, της -ας ελπίσουμε- προσωρινής, όλο και μοιάζουν με συνθήκες εγκλεισμού.

Αυτή η νέα συνθήκη της καθημερινότητας λογικά γεννά απορίες και αμηχανία. Οι εποχές των ανατροπών, ειδικά αυτών που λογίζονται ως «βίαιες», παράγουν προβληματισμό. Η αλήθεια είναι πως απαντήσεις έχουν δοθεί. Ναι, η μάσκα είναι απαραίτητη -όχι για να μην νοσήσει κανείς, όχι για να μην πεθάνει κανείς, αλλά για να νοσήσουν και να χάσουν τη ζωή τους όσο το δυνατόν λιγότεροι, για να μειωθεί η διασπορά αυτού του παράξενου νέου ιού. Όχι, εμβόλιο δεν υπάρχει ακόμα, ούτε φάρμακο, και αυτό που αντικρίζουμε καθημερινά είναι ένας κόσμος απορρυθμισμένος από την έλλειψη ενός και μόνο εμβολίου για μια και μόνο ασθένεια. Και ναι, οι μόνοι που μπορούν να φέρουν τη λύση τού δράματος είναι οι ειδικοί επιστήμονες που μάχονται νυχθημερόν για να αποκαταστήσουν την ομαλότητα. Και αυτοί δεν δουλεύουν σε τηλεοπτικό ή διαδικτυακό –ή ακόμα και πολιτικό- χρόνο, αλλά σε επιστημονικό, οπότε πρέπει να περιμένουμε. Δυστυχώς.

Ωστόσο, οι απαντήσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το σύνολο του πληθυσμού. Είναι, αν θέλετε, λογικό. Ο κόσμος έχει σταθερά μια τάση προς την αμφισβήτηση και μια ροπή προς τη συνωμοσιολογία, ειδικά σε περιόδους έκρυθμες. Είναι μια ιδιαίτερη σπορά η συνωμοσιολογική σκέψη, σχεδόν εξωτική. Είναι σίγουρα γοητευτική. Πολλοί την έχουν αναλύσει επιστημονικά (ενδ. Umberto Eco, Pierre-André Taguieff). Έχει αποτελέσει, επίσης, σύνηθες περιεχόμενο μυθιστορηματικής και κινηματογραφικής παραγωγής. Η σπορά αυτή ανθίζει συνήθως σε έδαφος διαβρωμένο από τις καταστροφές, φυσικές και -κυρίως- κοινωνικές ή πολιτικές. Όταν η καθημερινότητα συντρίβεται, οι δεδομένες ανέσεις χάνονται, η ζωή απορρυθμίζεται, τότε φυτρώνει ως γοητευτικό λουλούδι, ελκυστικό. Προσφέρει έτοιμες και απλές λύσεις και απαντήσεις σε σύνθετα ζητήματα, στοχοποιώντας εχθρούς και αναδεικνύοντας αποδιοπομπαίους τράγους με εύκολες γενικεύσεις και ισοπεδωτισμούς. Αμφισβητεί την εκάστοτε ελίτ, εν προκειμένω την επιστημονική, ικανοποιώντας το αίσθημα και τη ματαιοδοξία πολλών πολιτών που φθονούν αυτούς που με κόπο κάτι έχουν καταφέρει. Κυρίως, όμως, αναβιβάζει σε θρόνο υψηλό τον πομπό του συνωμοσιολογικού λόγου. Αυτός αυτοαναγορεύεται κριτής των πάντων, υπέρμαχος του λαού και της αλήθειας,ένας ιδιότυπος αποσυμβολιστής που αποκαλύπτει τους «κακούς» και υπόσχεται ηρεμία και γαλήνη για το μέλλον.

Υπάρχει, λοιπόν, και αυτή η διάσταση του λόγου και της αντίληψης. Κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει. Το ερώτημα είναι πώς αντιμετωπίζεται και ποια θέση μπορεί να καταλάβει στον δημόσιο λόγο, ειδικά από τη στιγμή που είναι επιζήμια για την ίδια την ανθρώπινη υγεία.

Κομβικός είναι εδώ ο ρόλος των Μ.Μ.Ε., σε μια διάσταση ελπίζω παροδική. Η στάση τους προς τον συνωμοσιολογικό λόγο είναι αμφιλεγόμενη. Σίγουρα η πλειονότητα των μέσων που έχει επιρροή σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας τον επικρίνει. Ωστόσο, του δίνει διαρκώς βήμα και τον καθιστά γνωστό σε πλατιά κοινωνική βάση. Κάθε τόσο ακούμε για τη θέση του «χ» εκπροσώπου της σόου μπιζ που μας γνωστοποιεί την «έρευνά» του ή του «ψ» «αντισυστημικού γιατρού». Αυτοί ταλαντεύονται μεταξύ της άρνησης του ιού και της αμφισβήτησης της θνησιμότητάς του. Ψευδοεπιστημολογούντες και αυτόκλητοι ερευνητές ξεδιπλώνουν με θράσος απύθμενο –το «θράσος της ρηχότητας»- τα «επιχειρήματα» και τα «τεκμήριά» τους. Κατά βάση λοιδωρούνται, τους δίνεται όμως η δυνατότητα να συνδιαμορφώσουν τον δημόσιο λόγο σε μια περίοδο ρευστή και εύθραυστη κοινωνικά. Και, το χειρότερο όλων, είναι πως προβάλλονται ως «αντισυστημικοί που κανείς δεν μπορεί να τους φιμώσει». Δεν είναι αστείο, τέτοιες φωνές μετασχηματίζονται συχνά-πυκνά σε πολιτικούς φορείς (βλ. «Ελληνική Λύση», «Χ.Α.», «Ένωση Κεντρώων»). Δεν είναι επίσης αστείο, γιατί φουντώνουν ένα ιδιότυπο κίνημα που αρνείται την ίδια την ύπαρξη του ιού.

Θα πει κανείς ότι έχουν και αυτοί δικαίωμα στην άποψη. Εδώ, ζητώ συγγνώμη, μα θα διαφωνήσω. Σε ό,τι σχετίζεται με την πολιτική διαχείριση του ζητήματος, φυσικά και μπορεί να έχει γνώμη ο καθένας. Είναι γόνιμο και λογικό να επικρίνεται η κυβέρνηση που δεν έλαβε κανένα ουσιαστικό μέτρο, που σκόρπισε χρήματα σε «μεγάλους περιπάτους», σε «σκόιλ ελικίκου», σε «λίστες Πέτσα», αντί να θωρακίσει τις υποδομές υγείας της χώρας. Σε ζητήματα, όμως, που αφορούν τη δημόσια υγεία, σε ό,τι αφορά αμιγώς την αντιμετώπιση της πανδημίας του COVID-19, «άποψη» μπορούν να έχουν μόνο οι ειδικοί. Όλα τα άλλα είναι θόρυβος. Θόρυβος που πάντα παραγόταν σε τέτοιες περιόδους, ωστόσο κάποτε ήταν καφενειακός και, εκ τούτου, ακίνδυνος. Σήμερα, όμως, κοινοποιείται, επηρεάζει τη στάση πλατιών μαζών, αποτελεί έναν επικοινωνιακό κίνδυνο. Η «άποψη» του καθενός μπορεί ελεύθερα να διακινείται από τις προσωπικές του σελίδες, όχι όμως και από εθνικής εμβέλειας δίκτυα. Η δημοκρατία και η κοινωνία έχει το δικαίωμα να αυτοπροστατεύεται.

Ο αντίλογος είναι ότι προβάλλονται ακριβώς για να αποδομηθούν. Με έκπληξη άκουσα τον πρωθυπουργό, κατά την ενημέρωση για τα νέα μέτρα, να τους αποκαλεί «ψεκασμένους». Πέραν του ότι η φρασεολογία αυτή δεν συνάδει ηθικά, αισθητικά και θεσμικά με τη θέση του πρωθυπουργού, αποτελεί και ένα κοινωνικό ελατήριο. Η εξύβριση δεν είναι μέσο αντιπαράθεσης, γιατί γεννά οργή, φανατισμό και ενισχύει τη ρητορεία τού αντισυστημικού που «τον αποκλείουν, του επιτίθενται επειδή τον φοβούνται». Μια πιο συνετή, με έμφαση στην ουσία και όχι στις εντυπώσεις, θέση περιμένει κανείς από τον πρωθυπουργό της χώρας.

Είναι μια περίοδος δύσκολη, πρωτοφανής. Ας ελπίσουμε ότι φτάνει στο τέλος της. Το τέλος αυτό, όμως, οφείλει να μας βρει όρθιους. Και όρθιοι θα μείνουμε αν ακούμε τις προτροπές των ειδικών, της επιστημονικής κοινότητας που δουλεύει στην αφάνεια, χωρίς μεγαλοστομίες, και καθημερινά επιτυγχάνει νίκες σε βάρος του αόρατου αυτού εχθρού.

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.