ΕΛΛΑΔΑ

Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*

Η αλληλεγγύη γεννήθηκε στα χωριά, αλλά κι εκεί πλέον σβήνει…

Ο γείτονας τρέχει για βοήθεια… χωρίς τη ζώνη του!


Πριν από μερικά χρόνια είχα επισκεφτεί ένα ζεύγος ηλικιωμένων σε κάποιο χωριό της Ηπείρου. Πρωί, κατά τις δέκα, ο καιρός ήταν καλός, οπότε καθόμασταν στην αυλή κι απολαμβάναμε τον αχνιστό τραχανά που είχε βράσει η πρόσχαρη οικοδέσποινα.

Ακριβώς απέναντι απ’ τον δρόμο ήταν ένα παλιό δίπατο σπίτι, στο οποίο είχα προσέξει ότι ανεβοκατέβαιναν κάποιες ηλικιωμένες, οι περισσότερες χρησιμοποιώντας ένα σκόπι, δηλ. αυτοσχέδιο μπαστούνι.

Καθώς είμαι παρατηρητικός, κατάλαβα ότι προφανώς δεν ανεβαίνουν για ευχάριστο λόγο στο σπίτι. Η υποψία μου επιβεβαιώθηκε, οπότε ρωτάω:

-Ποιος κάθιτι σ’ αυτό του σπίτι; Έχουν κάναν άρρουστου;

-Α, πού να σ’ τα μουλουγάμι, μουρέ Βασίλη μ’, μ’ αυτόν τουν κουντουγείτουνα… Είνι ούλη η θάλασσα αρμυρή (παροιμιώδης φράση για τα γενικευμένα προβλήματα). Ικεί κάθιτι ένας γερουντάκ’ς, αλλά δεν έχει κανέναν ιδώ. Μία μέρα αντραποδίθ’κι (σκόνταψε) ου έρμους απόξου στ’ μάντρα (αυλή) κι ουλουμία (παραλίγο) κόντιψι να μείνει στου τόπου! Μην τα ρουτάς… Έσπασι τα γουφά! Έχει κι ζάχαρου, είν’ παθημένους (φιλάσθενος). Η γριά του έχει χρόνια π’ πέθανι. Δυο πιδιά έχει, αλλά είνι φευγάτα (ξενιτεμένα). Μία κουπέλα είνι παντριμένη στ’ Ρόδου κι ένα πιδί (αγόρι)… ουου! Σ’ άκρη τόπου πήγι! Στουν Καναδά! Ικείνη η κουπέλα ανημπόρ’σι κιόλα. Δεν ξέρου τι έπαθι. Έβαλαν διατρουχές (έκαναν προσπάθειες) να βρουν κανιά γ’ναίκα να τουν λατρεύει (πλένει, φροντίζει), αλλά πού να βρουν… Ήρθι κι του πιδί απ’ τουν Καναδά, χάλευε (ζητούσε) κανιά γ’ναίκα να φ’λάει του γηροκόμι, αλλά δε θέλισι καμία απ’ τα χουριά μας, ιδώ γύρα.

-Κι κουντά; Τι έγινι; Ρωτάω με έκδηλη ανησυχία.

-Τι να έκαμαν ου κόσμους… Τ’ς είνι μακριά, γλέπ’ς… «Ο γείτονας τρέχει άζωτος κι ο συγγενής ζωμένος» (σε κίνδυνο ή πρόβλημα ο γείτονας θα τρέξει χωρίς καν να φορέσει τη ζώνη του, ενώ οι συγγενείς θ’ αργήσουν), πο’ ’λιγαν οι παλιοί. Τουν φ’λάμι ούλοι μι τ’ν αράδα τουν κακότυκου! Πότι ου ένας, πότι ου άλλους… Πότι θα μαειρέψει η μία, πότι θα φέρει κανιά πίτα η άλλη. Αλλά δε μπουρούμι κι ιμείς τώρα. Γεράσαμαν. Δεν έχουμι δυναμάρια (αντοχές). Κι εγώ π’ σ’ τα λέου, βουηθάου μι τ’ συνν’φάδα μ’, γιατί δε δύνουμι (μπορώ) να τουν σηκώσου του γέρουντα απού καταή κι να τουν πλύνου.

Μετά από πρόταση των οικοδεσποτών επισκεφτήκαμε τον ημικατάκοιτο γέροντα, έναν καλοκάγαθο άνθρωπο που μας γέμισε ευχές, αλλά και δεν τον άκουσα να δυσανασχετήσει γι’ αυτό που βίωνε.

Κάθε φορά που τηλεφωνούσα στους φίλους μου σ’ αυτό το χωριό, το πρώτο που τους ρωτούσα ήταν τι κάνει αυτός ο μπάρμπας. Με ανακούφιση πληροφορήθηκα ότι, έπειτα από πολλή αναζήτηση, τελικά βρήκαν μια αλλοδαπή, η οποία τον φροντίζει με τον καλύτερο τρόπο.

Λύση βρέθηκε, όμως η συζήτηση που προ ολίγου περιέγραψα ήταν ικανή για να με προβληματίσει βαθύτατα, ώστε να κάνω μια αναδρομή, ένα ταξίδι στο παρελθόν, τότε που στα χωριά μας ήταν καθημερινό βίωμα η αλληλεγγύη, η αλληλοβοήθεια, ο εθελοντισμός και οι, συγχωρήστε μου τη χρήση του ακρωνυμίου, ΜΚΟ!

Ναι, οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις προϋπήρξαν στα χωριά μας πολύ πριν εμφανιστούν στα αστικά κέντρα, όπου όχι σπάνια γίνονται πεδίο αντιπαραθέσεων ή και, ακόμη χειρότερα, χώρος για προσωπική προβολή ή και για να υποκρύψουν πολύ σκοτεινές σκοπιμότητες.

Δυστυχώς, ακόμη και το κράτος έχει εθίσει τους πολίτες να περιμένουν ανταπόδοση από τον εθελοντισμό, π.χ. με μοριοδότηση για προσλήψεις στο Δημόσιο…

 

Φτωχός φτωχόν τον συμπονεί!


Η Ελλάδα, παρά τη φτώχεια της, το 1922 αγκάλιασε περίπου 1,5 εκατ. πρόσφυγες που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές εστίες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Όπως και στην υπόλοιπη χώρα, ολόκληρα χωριά δημιουργήθηκαν και στην Ήπειρο για να φιλοξενήσουν τους βασανισμένους ανθρώπους. Ας δούμε τη σχετική αφήγηση:

«Ιδώ στα Γιάννινα ήρθαν ένα σωρό πρόσφυγις! Τ’ς έβαλαν σι χουριό θ’κά τ’ς. Μπάφρα, Ανατολή, Καισάρεια, Ασφάκα… Προσφυγικά χωριά.

Οι πρόσφυγις ξεφορτώθ’καν (αποβιβάστηκαν) πρώτα στον Πειραιά. Κι από ’κεί αρχίν’καν να τ’ς μοιράζουν σ’ όλη ’ν’ Ελλάδα. Ήρθαν στ’ν Πρέβεζα μι πλοίου. Κι τ’ς άφ’ναν μέρις στα λιμάνια, ώσπου να βρουν τρόπου να τ’ς κ’βαλήσουν σι κάποιο τόπο.

Στα Γιάννινα τ’ς ήφιρναν μι νταλίκες μιγάλις. Νταλίκες ήταν τα κάρα τα μιγάλα μι θηρία άλουγα, ουγγαρέζικα, έσερναν βαριά πράματα.

Σ’ άλλα μέρη τ’ς πρόσφυγις δεν τ’ς καλουδέχ’καν, γιατί μοιράστ’καν του βιο τ’ς, όχι από έχθρα, απού ανάγκη.

Στ’ν Ήπειρο ήταν φτώχεια μιγάλη τότι. Τι να έκανι ου κόσμους; Μοιράστ’κι τ’ φτώχεια του μι τ’ς πρόσφυγις! Οι Ηπειρώτις μέρασαν του τίποτά τ’ς! Φτουχός φτουχόν τουν συμπονεί, πο’ ’λιγαν οι παλιοί.

Οι εχούμενοι δεν έδ’ναν τίπουτα. Ου πλούσιους ούτι… τουν πυριτό τ’ δε δίνει! Ου φτουχός δε σκιάζεται τ’ χασούρα. Ου άρχουντας σκιάζεται μη φτουχύνει, γιατί θα ξεπέσει, π’ λέμι.

Το κράτος έδωκι στ’ς πρόσφυγις λιφτά, τ’ς μοίρασι κλήρο (γη ως περιουσιακό στοιχείο), για να κάνουν τ’ν κατάντια τ’ς (δηλ. να μπορέσουν να ορθοποδήσουν, να γίνουν οικονομικά ανεξάρτητοι).

Ήταν δουλευταράδες οι πρόσφυγις, ν’κουκυραίοι. Κι τουν καθέναν τουν έβαναν ανάλουγα μι τι ήξιρι να κάνει. Στ’ν Ανατολή φύτευαν καπνά. Στ’ν Ασφάκα έβαλαν αμπέλια. Στα Γιάννινα ήταν τεχνίτες. Άν’ξαν τσαγκάρ’κα, ραφτάδ’κα, ρολογάδ’κα. Οι γ’ναίκις κένταγαν, έπλικαν, έραβαν. Ήταν μοδίστρες πολλές.

Οι πρόσφυγες είχαν καλά χούγια. Κι επειδή ήταν δουλευταράδες και τίμιοι, οι Ηπειρώτες τ’ς βόηθ’σαν, όπους μπόρ’γι ου καθένας. Έκαμαν φιλίες, συμπεθερειές, κουμπαριές… Ενώθ’κι ου κόσμους».

 

Τα ομογάλακτα χωριατόπαιδα


Μια από τις πιο ιερές πράξεις αλληλεγγύης τις παλιές εποχές ήταν όταν κάποιες γυναίκες θήλαζαν τα μωρά μιας άλλης γυναίκας που για κάποιο λόγο δεν είχε γάλα ή έπρεπε να πάει να δουλέψει. Σεβάσμια πληροφορήτρια καταθέτει τη μαρτυρία της:

«Οι παλιακές οι γ’ναίκες γένναγαν πουλλά πιδιά. Ήταν συνομόλικα πουλλά πιδάκια, κούτσικα. Είχαν δ’λειές οι γ’ναίκις, δεν είχαν σταμό (σταματημό) να σταθούν. Πάαινε παράδειγμα η μία να θερίσει, να σκαλίσει ρόκες (καλαμπόκια) ή στα πράματα (γιδοπρόβατα), κι πάαινε η συνν’φάδα στου σπίτι να τ’ς β’ζάξει του πιδί, αφού του ‘χε κωλοπανιάρ’κο στ’ σαρμανίτσα (κούνια).

Τα λιάτερα αυτά, τα βυζαχτάρ’κα, δε γνώρ’ζαν αν είνι ξένη η γ’ναίκα π’ βύζαναν. Γάλα ήθιλαν να πιουν. Αυτά λέουνταν μηλαδέρφια. Δεν ήταν κάθε αυτού (εξ αίματος) αδέρφια, αλλά ιπειδή βύζαναν απού μία μάνα, ήταν σαν αδερφάκια.

Κι ιγώ βύζαξα άλλα δυο πιδάκια. Δεν ξέταζι (δεν έκανε διακρίσεις) ου κόσμους τότι, ήμασταν αγαπημένοι όλοι, δικοί (συγγενείς) και ξένοι. Άμα είχι ανάγκη κάποιους, παραστέκουνταν ου άλλους.

Άμα αρρώσταινε μία γ’ναίκα κι είχι βυζαχτάρ’κου, ή άμα δεν είχι κατεβάσει γάλα, πάαινε άλλη γ’ναίκα κι του βύζανε του πιδάκι. Τι; Έτσι θα τ’ άφ’ναν του πιδί;

Αλλά άμα δεν ήταν καμία γ’ναίκα να του β’ζάξει, έβαναν μία χ’λιαριά ζάχαρη σ’ ένα πανάκι, σα μπαλωματάκι, κι το ’δωναν στο κούτσικο (σαν πιπίλα!) κι του πιδάκι άγλειφε, για να το ξεγελάν’, αυτό βύζανε τ’ ζάχαρη όσο να ’ρθει η μάνα του απ’ τ’ς δ’λειές. Αυτό το ‘καναν οι βάβες (γριές, γιαγιάδες), άμα πάαιναν οι νύφες τ’ς στα γίδια κι στα χουράφια για θέρου κι για σκάλου.

Πουλλές γ’ναίκις, άμα δεν είχαν ποια να του β’ζάξει του πιδί, το ’παιρναν κοντά τ’ς, μι του κουπάδι, όσου κούτσικου κι να ’ταν του πιδάκι».

 

«Όλοι βύζαξαν απού ξένη γ’ναίκα!»


Αφού λοιπόν οι λεχώνες δεν είχαν άμεση γαλακτοφορία κι έπρεπε να βρεθεί μια άμεση λύση, φυσικά στο πρόσωπο άλλων μικρομανάδων, τα βρέφη δεν έμεναν ποτέ νηστικά. Θυμάται παρήλικος συνομιλητής (91 ετών) που υπήρξε ευεργετούμενος από αυτή την πράξη: «Όλοι βύζαξαμαν απού ξένη γ’ναίκα! Κι ιγώ βύζαξα από μια θεια μ’. Ήμασταν συνομόλικοι μι τα πιδιά τ’ς. Οι γ’ναίκις τα βύζαναν τότι τα πιδιά, κι τα θ’κά τ’ς κι τα ξένα, γιατί είχαν γάλα. Τότι π’ γεννήθ’κα, δεν είχι φέρει γάλα η μάνα μ’ κι έτσι μι βύζαξι η θείτσα μ’ για λίγις μέρις, όσο να φέρει η μάνα μ’ γάλα. Κι αυτό γένουνταν σ’ όλο τον κόσμο! Ήταν-δεν ήταν συγγενείς, έπριπι να βρουν μια γ’ναίκα, να προβ’ζάξει το πιδί, να τ’ δώκει το πρώτο το γάλα. Ε, γνωστή θα ήταν, ή γειτόν’σσα. Δε θα ήταν ξενωμερίτ’σσα. Πού θα τ’ν ηύρισκαν άμα ήταν απ’ αλλού… Τώρα άλλαξαν τα πράματα. Δίνουν ίσια (κατευθείαν) σκονόγαλου στα πιδιά. Τότι δεν ήταν τέτοια πράματα. Δεν έδωναν κι γάλα απ’ τ’ γίδα, γιατί έλιγαν ότι το γάλα το γίδιο (γίδινο) ήταν πυκνό (είχε πολλά λιπαρά), δεν μπόρ’γι να του γυρίσει (πέψει) του πιδί. Άμα είχαν, έδωναν γάλα απ’ τ’ γιλάδα».

 

«Με το χουλιάρι αυγαταίνει το φαΐ…»


Οι μεγάλης ηλικίας Ηπειρώτες έχουν μια σαφή προτίμηση… στο κουτάλι, γιατί θεωρούν ότι είναι πιο νόστιμα, πιο υγιεινά και πιο χορταστικά τα «φαϊά μι ζ’μί». Ειδικά παλαιότερα το κουτάλι είχε και μια άλλη χρησιμότητα: «Ου μακαρίτ’ς ου πατέρας μ’ δεν άφ’νι να φύβγει άνθρουπους νηστ’κός απ’ του σπίτι μας, ας ήμασταν φτουχοί. Έλιγι “Μι του χ’λιάρι (κουτάλι) αυγαταίνει του φαΐ”. Έβγανι απού δυο-τρεις χ’ταλιές απ’ τα πιάτα μας κι έβανι κι στουν ξένου να φάει κι αυτός.

Κάθι Σαββάτου η μακαρίτ’σσα η μάνα μ’ έφκιανι μια κατσαρόλα περίσσεια ή ένα νταβά (μικρό ταψί) περίσσειου για τ’ς φτουχούς τ’ς γειτονιάς. Φαμίλιες μι πουλλά πιδιά, εργάτις, σακάτ’δις (ανάπηροι). Ιδίως άμα πέθνησκε ο άντρας, η γ’ναίκα θα γένουνταν πλύστρα, ίσια (κατευθείαν). Τίπουτ’ άλλου δεν ήξιρι η μαύρη (δυστυχισμένη). Όλη μέρα στ’ σκαφίδα κι στ’ν αλισίβα!

Σ’ αυτ’ νούς τ’ς ανθρώπους θα να ’δινε η μάνα μ’ φαΐ, ψίχα (λίγο) κρέας, ένα τόσο δα κοψ’δάκι. Γιατί όλη τ’ βδουμάδα τι θα έτρουγαν; Ξεπλύματα… Φακές, φασόλια, κουρκούτη, παπάρα… Τα ξεροκόμματα τα μάζωναν, έρ’χναν χοχλαστό νιρό κι ένα κόμπου (μια σταγόνα) λάδι, κι αν είχαν κι λίγου τυρί, κι γένουνταν παπάρα! Γι’ αυτ’νούς ήταν μοσκοφάι! Μοσκότρωγαν! Δεν πέταζαν ούτι στάλα ψουμί τότι ου κόσμους. Να πέσει ψουμί καταή; Άμα έπιφτι κάνα κομματσιούλι, μας έλιγαν σ’ εμάς τα πιδιά, θα του πάριτι, θα του φ’λήσιτι κι θα του βάλιτι στ’ν άκρα, να του πάρουν τα π’λιά, του ψουμί είνι τ’ Θιού! Δεν πέταζαν τίπουτα!».

 

Αλεύρι για τους κινδυνεμένους


Σε ορεινό χωριό των Ιωαννίνων θα μεταφερθούμε στη συνέχεια: «Στα χουριά, όσου κι να ήταν φτώχεια, κάτι θα να ’κανι ου άνθρουπους. Αν είχι γη, θα έσπιρνι μια χούφτα φακή, μια χούφτα ριβίθια… Κάτι θα σόδευε.

Αλλά κι χουράφια να μην είχαν, θα πάαιναν μεροκάματου, δεν κάθουνταν μι τα χέρια σταυρουμένα, να διακονεύουν.

Του χειμώνα δεν είχαν δ’λειές, η εργατιά κάθουνταν, γιατί χιόν’ζι. Ήταν πολύ βαριοί οι χειμών’δις. Ούτι τα γίδια δεν έβγαζαν όξου! Τι να βουσκήσουν; Χιόνι;

Η κυραμάνα (γιαγιά) μ’ έλιγι, να πάρουμι ένα φόρτωμα αλεύρι ακόμα, για τ’ς κιντυνεμένους (πάμφτωχους, που κινδύνευαν να πεθάνουν απ’ την πείνα). Έλιγι: έλα να σ’ δώκου κάνα πλόχιρου αλεύρι για τα πιδιά! Ή κάνα ριβίθι, κάνα φασόλι, για μια βρασιά.

Εκείνο π’ δεν είχαν ήταν του λάδι. Ένα κόμπου (μια σταγόνα) λάδι για του φαΐ ή για του καντήλι, να φέγγει. Είχαν κι του πετρόλαδου (πετρέλαιο) στα φανάρια, αλλά βρόμαγι, του ‘χαν για τ’ς όξου τ’ς δ’λειές, να πάν’ στα μαντριά, να σιάσουν τα γίδια».

Αποστομωτική η απάντηση της συνομιλήτριάς μου σε σχετική ερώτηση: «Φουτουγραφίες απού τέτοια πράματα ποιος να βγάλει; Τ’ δυστυχία τ’ αλλ’νού να φουτουγραφί’εις; Ιμείς φουτουγραφίες τραβάγαμαν τα γέλια κι τ’ς χαρές μας».

Προσωπική εργασία


Όταν περπατάω στην ύπαιθρο της Ηπείρου, παρατηρώ τα πάντα. Με συγκινούν πάρα πολύ τα έργα των προγόνων μας. Κοιτάζω πετρόχτιστα γεφύρια, εκκλησίες και μοναστήρια, σχολεία, παλιές βρύσες, δρόμους και άλλα κοινωφελή έργα και με δέος ανακαλώ στη μνήμη μου αυτούς που με υποτυπώδη μέσα αλλά με σκληρή εθελοντική εργασία μεγαλούργησαν. Βλέπω τοίχους μισογκρεμισμένους και σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι μόχθησαν για να τους χτίσουν εθελοντικά. Κανενός το όνομα αυτών των ανώνυμων εργατών δεν διασώθηκε, όμως μένουν τα «ποιήματα των χειρών τους» μνημεία που διδάσκουν και σ’ εμάς τι κατάφεραν οι περασμένες γενιές.

Βρίσκω έναν συνομιλητή που διανύει το 86ο έτος της ηλικίας για να μου πει πώς ήταν η «προσωπική εργασία». Επρόκειτο για θεσμοθετημένη εθελοντική εργασία με προσφορά δωρεάν ημερομισθίων από τους ενήλικες (καταργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980), με σκοπό την κατασκευή και συντήρηση του οδικού δικτύου και των υποδομών. Η εφαρμογή του θεσμού ήταν αρμοδιότητα του Κοινοτικού Συμβουλίου του κάθε χωριού. Το γλωσσικό οξύμωρο είναι ότι, προτασσόταν μεν το επίθετο «προσωπικός», όμως το κατασκευαζόμενο έργο ήταν κοινωφελές.

Ο χρονομάρτυρας αφηγείται με έμφαση:

«Όλα αυτά π’ γλέπ’ς στου χουριό απ’ τα χέρια μας γίν’καν: η εκκλησιά, το σκουλειό, οι βρύσις, του γραφείου (ενν. κοινότητας). Ποιος να μας τα φκιάσει;

Στα χρόνια τα θ’κά μας, έπερπε να πας 10 μιρουκάματα, να τα κλείσεις (συμπληρώσεις). Όσοι ήταν από 18 χρουνών απάνου, έπερπε να πάν’ να φκιάσουν γιοφύρια, τοίχους, δρόμ’ς. Να σκάβ’ς τα στεφάνια (γκρεμούς) μι τα σκαμπάνια κι να τουν κάμ’ς δημοσιά!

Δέκα μέτρα ύψους του στιφάνι να του πιλικήσεις (σκάψεις) κι να του κατιβάσεις στ’ μέση, για να περάει αμάξι.

Άμα πας κι του ιδείς αυτό, θα κάμ’ς του σταυρό σου!

Σκαμπάνι κι φκυάρι στα χέρια για να γένουν τα τοίχια, του πατάρι π’ του λέμι, για να περάσει του λιφουρείου. Δεν ήταν ψαχνό (μαλακό) του χώμα, έβαλαν φουρνέλα για να πιράσει η μπουλτόζα.

Μεριάτ’κο κανουνικό, έπερπε να παρουσιαστούν στουν πρόεδρου (ενν. κοινότητας) κι να δ’λέψουν μέχρι 3 η ώρα π’ θα σχόλαγαν.

Έφκιαναμαν κι δέσεις (δέση: ανάχωμα για τον ποταμό) στου πουτάμι. Έβαναμαν πλατάνια σα νταϊάκια, φούρκες (υποστυλώματα) κι έρ’χναμαν λιθάρια γυαλίσια απάν’ για κάμει ρουή του πουτάμι κι ιμείς να περάμι απ’ τ’ δέση του χειμώνα που ’ταν κατιβασμένου του πουτάμι».

 

Παρακαλιά… χωρίς παρακάλια!


Κι όμως, η θέση του τόνου μπορεί να κάνει την ουσιαστική διαφορά! Ενώ σήμερα ο μέσος άνθρωπος θα κάνει μια ελάχιστη εθελοντική εργασία μόνο με παρακάλια, τα παλιά τα χρόνια η αλληλεγγύη είχε αντίστοιχη μια παρατονισμένη λέξη:

«Παρακαλιά ήταν το βόηθειου γι’ αυτ’νούς π’ δε μπόρ’γαν να κάνουν τ’ς δ’λειές μαναχοί μας, αλλά δεν είχαν κι λιπτά να πάρουν εργάτες για να δ’λέψουν.

Παράδειγμα, άμα κάποιουν τουν ηύρισκε μια αβαρία (δηλ. κάποιο έκτακτο και πολύ σοβαρό πρόβλημα), πάαιναν οι άλλοι να τ’ κάνουν τ’ς δ’λειές. Μα (είτε) να θερίσουμι σιτάρι, μα να σκαλίσουμι καλαμπόκι, να μη μείνει ου άνθρουπους χουρίς σπόριμα, να μην πάει η σοδειά χαμένη. Γιατί οι δ’λειές αυτές πρέπει να γένουν στουν καιρό τ’ς. Αυτό ήταν του σόδεμα τ’ κάθε ν’κουκύρη για όλο του χρόνου. Άμα πέραγι η σκύλα του λαγό (δηλ. παρερχόταν η κρίσιμη ημερομηνία), πάαινε χαμένη η σοδειά.

Ή άμα ήταν κάποιους εμπαθής (άρρουστος) κι δε μπόρ’γι να μάσει τ’ς ιλιές ή να ουργώσει, πάαιναμαν ιμείς να τ’ κάνουμι του χουράφι (οργώσουμι) μι δυο ζευγάρια (ενν. υποζυγίων), γιατί τότι έσπερναμαν ακόμη κι τα πλάια».

 

Ο καθένας πρόσφερε αυτό που μπορούσε


Φυσικά η προσφορά του καθενός σχετιζόταν με το τι ήξερε να κάνει. Ο λόγος στην ευγενέστατη συνομιλήτριά μου:

«Ό,τι τέχνη ήξεραμαν, τ’ν προσήφερναμαν στουν άλλουν. Ιγώ ήξιρα να κάνου ινέσεις, κι ας μην ξέρου γράμματα. Πάαινα σ’ όλου του χουριό να κάνου ινέσεις. Δεν ήταν χάπια τότι, ινέσεις έδωνε ου γιατρός. Αλλά ποιος να τ’ς κάνει σ’ ένα κουτσοχώρι σαν του θ’κό μας; Άλλη μία γριούλα ήταν που ’ξερε να κάνει ινέσεις. Ιγώ πάαινα ολούθε κι βόηθαγα. Κι λιπτά δεν έπαιρνα απού κανέναν, ούτε δραχμή δε μάλαξα απού κανέναν άνθρουπου.

Ήξιρα να ρίχνου κι κούπες (βεντούζες). Κι ανεμ’στές (αναίμακτες) κι κοφτές, μι του ξυράφι. Να φύβγει λίγου αίμα, να ξαλαφρώσει ου άνθρουπους. Κάπουτι αρρώστ’σι ένας μπάρμπας μ’, τουν βάρεσε ταμπλάς, αιμοπληγία (εγκεφαλικό). Κι πήγα το ’κουψα μία κούπα (μία βεντούζα με αίμα) στο σβέρκο του, στα σκ’νιά, στα νεύρα. Κι από τότι, γεια του, χαρά του ου μπάρμπας! Τουν ήταν μια χαρά. Φύλαγι λίγου του χέρι, δε μπόρ’γι να του σηκώσει πολύ απάνου, αλλά ανατσουτσούρωσε (ανέκαμψε). Έφκιανα κι αυγόκολλα, άμα τον πόναγι του πουδάρι, για να τουν αλαφρώσει ου πόνους. Άμα καίουνταν κάνας άνθρουπους, έφκιανα ασβεστόλαδου κι το ’βανα ικεί στου κάψιμου κι πέραγι ου πόνους, ούτε φρουσκάλιαζε ούτε τίποτα.

Ιγώ αυτά ήξιρα να κάνου. Άλλους ήξιρι άλλη τέχνη. Ου μακαρίτης ου μπαρμπα-Κώστας έφκιανε κάσες (φέρετρα) από παλιοσάν’δα, έπαιρνε κάνα παλιόξυλα κι τα σωμπόλιαζε (τα προσάρμοζε), για να φκιάσει κ’τί για να βάλουν του λείψανου (τη σορό). Ούτ’ αυτός έπαιρνε λιπτά, η ψυχούλα.

Δεν ήταν κανένας να μη βουηθάει. Μέχρι κι ου μακαρίτ’ς ου μπαρμπα-Περικλής, που ’χε ένα χέρι (τραυματίας πολέμου) έκανι κι αυτός κάνα χουσμέτι (δουλειά). Μι του ένα του χέρι έφκιανε τοίχους, γιατί ήταν καλός μάστορας».

 

Οι φτερούγες της νεότητας


Συγκινητική η ακόλουθη εξιστόρηση:

«Ιμείς βοηθιόμασταν συναμεταξύ μας, ου ένας μι τουν άλλουν. Στο θέρου, στου σκάλου, στα ξεφλουδίσματα (ενν. των καλαμποκιών).

Κι όπουτι έφκιαναν έργου στου χουριό, πάαιναμαν μιντάτι (εθελοντική εργασία για ιδιωτικό ή κοινωφελές έργο, κυρίως κατασκευαστικό). Γ’ναίκις κι άντρις, πάαιναμαν όλοι μαζί.

Ζαλιγκώνομασταν όλις οι γ’ναίκις, λιθάρια θηρία, 50 ουκάδις. Μας φόρτουναν οι άντρις, αυτοί έχτ’ζαν. Κι να είνι η ανηφόρα μαχαίρι (κατακόρυφη)! Μας ζαλίγκωναν τα λιθάρια μι τ’ς τριχιές κι τα κ’βάλαγαμαν ιμείς ικεί που ’θιλι ου καθενένας να χτίσει.

Πέρασι πουλλά του κουρμί μ’. Πείνα, κακοπόρεψη. Μαύρη ζωή. Οι γ’ναίκις δεν κάθουνταν τότι ούτι λιπτό να ξαπουστάσουν. Κι να μην έχ’ς κι παπούτσια. Τώρα στα έργα (ταινίες) αν τα ιδείς αυτά, πώς έζηγαμαν τα παλιά τα χρόνια.

Αλλά βάσταγι (άντεχε) του κουρμί μας γιατί ήμασταν νέοι. Δεν καταλάβαιναμαν ούτι βάρου, τίπουτας! Είχαμαν φτιρούδις (φτερά) τότι κι πέταγαμαν! Τώρα έπισαν οι φτιρούδις μας, τα νιάτα μας έφ’γαν, κι δε μπορούμι ούτι να πιρπατήσουμι, δεν έχουμι δυναμάρια, ούτι δυο τσιάντις στα χέρια δε μπουρού να κ’βαλήσου».

 

Νυχτέρι: το ξενύχτισμα στο σπίτι της μελλόνυμφης


Όταν επρόκειτο να παντρευτεί μια κοπέλα, επειδή η ετοιμασία της προίκας ήταν πολύ κοπιαστική, αναγκάζονταν οι γυναίκες συγγενείς αλλά και άλλες συγχωριανές να κάνουν νυχτέρια, δηλ. να ξενυχτούν, για να ετοιμάσουν τα προικιά:

«Στα Γιάννινα αυτά π’ σ’ μολογάω, αλλά γένονταν κι στα χουριά. Όταν θα ζύγουνι ου γάμους, οι δ’λειές ήταν σουρός! Να φκιάκουν τα στρώματα, τα παπλώματα, τ’ς μαξ’λάρις κι έπριπι να τα φκιάκουν μι μαλλί, οι ιχούμενοι.

Έπαιρναν του μαλλί, το ποκάρι, το ’πλιναν πουλλά χέρια, να μουσκουμυρίσει, γιατί ζωκοπούσι, έβγαζι σαριά, αυτή είνι η λίγδα η βαριά απ’ του μαλλί.

Αφού δεν είχαν βρύσις στα σπίτια, πήγιναν στα ρέματα κι έπλιναν του μαλλί. Αυτό του μαλλί του βράδυ έπριπι να του γράνουν (ξάνουν, ξεμπλέξουν), να γένει αφρός. Όλα αυτά ήταν μεριάτικα, μεροδούλια ολόκληρα!

Είχαν κι άλλις δ’λειές, άσωστες (ατελείωτες)! Να φκιάκουν μαξ’λάρις, τ’ς κριβατόγυρους (διακοσμητική μπορντούρα γύρω απ’ τα κρεβάτια), τ’ς μπουχαροποδιές (καλύμματα εκατέρωθεν του μπουχαρή, του τζακιού).

Ή του πλέξιμου… Η νύφη κι οι άλλις οι γ’ναίκις έπριπι να πλέξουν τσουρέπια για όλου του σόι: για τα πεθερ’κά, τα κουνιάδια, τ’ς παππούδις…

Έπιρνι σιντούκια ουλόκληρα μι προικιά τότι π’ θα πήγαινε στο καινούργιου του σπίτι, στου πιθιρ’κό. Θα τα πήγαιναν μι τα μ’λάρια.

Ασκόλαγις δ’λειές…».

 

Η έμπρακτη παρηγοριά των πενθούντων


Οι παλιοί βίωναν όλοι μαζί τις χαρές, αλλά και τις λύπες, κυρίως στο πένθος η συμπαράσταση ήταν ουσιαστική και συγκινητική. Έχουν ενδιαφέρον οι σχετικές αφηγήσεις:

«Άμα πέθαινι κανένας, μακριά κι αλάργα (ο μη γένοιτο, μακριά από εμάς!), αφού τουν έκρυβαν (έθαβαν), το βράδυ πάαιναν παρηγοριά οι συγγενήδις στου σπίτι. Χέλια μαειρεμένα, ψάρια κι κανιά πίτα, ένα απ’ αυτά. Αλλά όχι κριάσι. Για να φάν’ μι τ’ς σπιτίσιους. Γιατί τότι όσοι είχαν λύπη (πένθος) δεν έφκιαναν φαΐ για να φάν’. Κι άμα ήταν νέους εκειός π’ χάνουνταν, πάαιναν κάθι βράδυ οι συγγενήδις στου σπίτι. Για να κάνουν σταυρό, να φάν’ όλοι μαζί, κι να πουν κι κ’βέντις, για να τ’ς ξεσκαλώνει το μυαλό (να ξεχνούν τον πόνο τους). “Κατά πώς όρ’σε (όρισε, αποφάσισε) ο Χριστός! Ο Χριστός κι η Παναΐα να σας παρηγορήσει!”. Έλιγαν κ’βέντις κι έκαναν καϊρέτι (παρηγοριά) για να ξεχνάν’ του θάνατου οι σπιτίσιοι. Αλλά τώρα άλλαξαν τα πράματα. Ου καθενένας του πίνει μι του ζ’μί του, μαναχός τ’ τ’ν περάει τ’ στενοχώρια».

«Όταν χάνονταν ένας σπιτιακός, όλοι οι θ’κοί κι οι συγγενείς κι οι φίλοι πήγαιναν παρηγοριά, πίτες, κρασί, ψάρια. Αυτοί που ’χαν πένθος δεν έβαζαν στ’ φωτιά κακάβι να μαειρέψουν. Καρτέραγαν τ’ς παρηγοριές. Αυτό κράταγε ώς σαράντα μέρες. Κάθι μέρα πάαινι κι άλλος. Στ’ς σαράντα μέρις, άμα ήσαν εχούμενος, έκανις ισύ του τραπέζι σ’ ουλ’νούς αυτ’νούς. Στ’ς σαράντα μέρις ή στου χρόνου. Άμα πέθνησκε άνθρωπος, ήταν πένθος βαρύ! Οι γ’ναίκες δε ματάβγαζαν τα μαύρα απ’ απάνω τ’ς. Οι άντρες άφ’ναν γένεια, μ’στάκια κι έβαναν κι μαύρο π’κάμ’σου κι στου χέρι πένθους (μαύρο περιβραχιόνιο). Κι άμα ήταν νέος αυτός π’ χάνονταν, πένθαγαν μέχρι να πεθάνουν κι αυτοί. “Έχασαν πιδί αυτοί”, ήλεγαν. Κουτσοκεφαλιάζονταν (καταστρεφόταν) η γενιά. Δε ματασήκωναν κεφάλι. Κι του μοιρολόι πάαινε βρόντος!».

 

Συναλλαγή… χωρίς χρήματα!


«Συναλλαγή» ή «αλλαγή» παλαιότερα στην Ήπειρο ονομαζόταν η ανταλλαγή προσφερόμενης εργασίας, δηλαδή ένα είδος αχρήματης οικονομίας:

«Τα παλιά τα χρόνια είχαμαν συναλλαγές μι τ’ς χουριανούς. Άμα πάινα ιγώ κάπου να θιρίσου, θα έρθουνταν κι αυτός άμα χρειάζουμαν να μι βοηθήσει. Συναλλαγή μ’ οποιουνδήποτα, όχι μαναχά μι συγγενείς, αρκεί να βρίσκαμαν να ξεπερετηθούμε. Σκάλου, θέρου, να μάσουμι καρπό απ’ τα δέντρα. Ό,τι δ’λειά να ήταν. Εκειά τα χρόνια, βόηθαγι όλος ο κόσμος. Ανθρώπινα θα πηγαίναμαν κι ιμείς.

Εκειά τα χρόνια, βόηθαγι όλος ου κόσμους! Είχι δ’λειά ου ένας, απήδαγι κι ου άλλους να τουν βουθήσει, να τουν ξικριμάσει π’ λέμαν (λέγαμε). Αυτό του βόηθειου ήταν τα παλιά τα χρόνια, ου ένας μι τουν άλλουν! Συναλλαγή! Δεν ήταν μηχανήματα, αλλά ήταν τα χέρια κι τα πουδάρια μας! Τα χέρια για να δ’λέψουμι κι τα πουδάρια για να φτάσουμι ικεί που ’ταν η δ’λειά.

Γυναίκις, άντρις, ακόμα κι πιδάκια, ό,τι δ’λούλα μπορούσαν κι έκαναν. Όλοι έβαναν πλάτη. Είχαμαν κι του μιντάτι όταν έχτ’ζι κάποιους σπίτι, κάνα πηγάδι, κάνα χάνι (στάβλο), όλα μι λιθάρια γένουνταν. Οι γ’ναίκις κουβάλαγαν στον ώμο, ζαλιγκουμένις πίσου στ΄ς πλάτις κι οι άντρις είχαν τα αλογικά, άλουγα, μ’λάρια… Οι άλλοι έχτ’ζαν, ιμείς κουβαλάμαν (κουβαλάγαμε). Ούτι πληρουμή είχι, όποιους ήθιλι να πάει. Δεν πληρώναμαν κανέναν, αλλά κι δεν παίρναμαν δραχμή. “Θα έρθς μιντάτι αύριου;”, ρώταγαν. Δεν είχι πληρουμή».

 

Λιανώματα για τους διακονιαραίους


Πάμε στα προπολεμικά Γιάννενα, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος (1939), για να δούμε τι σήμαινε η Κυριακή για τους κατοίκους της πόλης:

«Οι νοικοκυραίοι των Γιαννίνων κάθε Κυριακή πουρνό πήγαιναν στ’ν εκκλησιά κι μας έπιναν κι ιμάς τα πιδιά. Θ’μάμαι τ’ς παλιούς τ΄ς Γιαννιώτες, τ’ς αρχόντους. Είχι κι ου καθένας του στασίδι του. Όταν σχόλαγε η εκκλησιά, ήταν οι μικροπωλητές μι τ’ς τάβλες (φορητός ξύλινος δίσκος για τα εμπορεύματα) που ’χαν τ’ς δυάρες (κουλούρες που έμοιαζαν με το 2 ή κόστιζαν δύο δεκάρες). Πηγαίναμαν νηστ’κά στ’ν ικκλησία, για να πάρουμι τ’ αντίδωρο. Όταν σκολνούσε η εκκλησιά (τελείωνε η θεία λειτουργία), μας αγόραζαν ου πατέρας τ’ δυάρα κι παίραμαν το κατηφόρι για τ’ λίμνη. Η μάντρα απόξου απ’ τ’ν εκκλησιά γιομάτη διακοναραίους, η φτώχεια, άπλουναν του χέρι. Ου πατέρας μ’ έφκιανε απουβραδύς τα λιανώματα (κέρματα) για να τ’ς δώκει.

Όταν πέθαινε ο νοικοκύρ’ς κι δεν είχι κατάντια, έχος (περιουσία), αλίμονο, αφού δεν είχαν ούτε συντάξεις, τίπουτα. Άμα δεν ήταν κι η μάνα άξια (ικανή σωματικά για δουλειά), τι να έκαναν; Κατάνταγαν διακοναραίοι. Κι είχαν κι πουλλά πιδιά, απού 5-6. Ουου! Να τα βλέπ’ς με τα ρέντζελα (παλιόρουχα), καμιά ποδεμή (υπόδηση), ξυπολησιά κι αποδεσιά! Ούτε τσιρέπι δεν είχαν να φουρέσουν. Μάζευε η μάνα μ’ τα ρούχα κι τα ’δ’νε στ’ γειτονιά, στ’ φτώχεια».

 

Μνημόσυνα και γιορτές: Ευκαιρία για φαγητό!


Μιας και είμαστε στον εκκλησιαστικό χώρο, και είδαμε τι συνέβαινε στο προαύλιο, ας δούμε και πώς μέχρι και το μνημόσυνο θεωρούνταν ευκαιρία για να χορτάσουν οι πεινασμένοι!

«Τα παλιά τα χρόνια, τα σαραντάημερα (40ήμερο μνημόσυνο) ήταν κι για τουν πιθαμένου, για τ’ν ψ’χή του, αλλά ήταν κι για τ’ φτωχολογιά. Μαζεύουνταν ου κόσμους στ’ς ικκλησιές κι μιτά απ’ του ψάλσιμου (δηλ. την επιμνημόσυνη δέηση) αυτά τα σιτάρια κι τ’ς λειτουργιές, τ’ αναπάψουμα, ήταν σαν καρβέλια μιγάλα για τ’ς ψ’χές, τα μοίραζαν στουν κόσμου, όξου στα πιζούλια. Ακούμπαγαν του μαντίλι στου πιζούλι ου κόσμους κι πέρναγαν οι γ’ναίκις μι του κανίστρι κι γιόμ’ζαν τ’ καθεμιανού του μαντίλι μ’ ένα κύπελλου κι το ’βαναν κι απού ένα κουμμάτι αναπάψουμα. Για τ’ς ψυχές έλιγαν. Πουλλοί ζούσαν τ’ φαμίλια τ’ς μ’ αυτά! Ποιος φτουχός είχι δει ζάχαρη τότι; Σι κάνα σιτάρι αν έτρουγαν ζάχαρη οι φτουχοί!».

Εκτός από τα κόλλυβα για τους νεκρούς, υπήρχαν και τα μπόλια: «Τα μπόλια τ’ Αϊ-Ντριός (Αγίου Ανδρέα) τα ’λεγαν κι πουλύσπουρα. Έβαναν μέσα σιτάρι, καλαμπόκι, ριβίθια, φασόλια, σταφίδις, καρύδις στουμπαν’σμένις. Τα ’φκιαναν για τουν άγιου, αλλά για να φάν’ κι οι φτουχοί, ήταν μιγάλη φτώχεια. Όταν τα διάβαζι (ευλογούσε) ου παπάς, έβγαιναν όξου, στα χαγιάτια τ’ς εκκλησιάς κι τα μοίραζαν στουν κόσμου, αλλά έρ’χναν κι λίγα καταή, για να φάν’ τα π’λιά. Ήταν βαρύς τότι ου χειμώνας. Όλα τα σκέπαινε του χιόνι κι δεν ηύρισκαν σπορίδια τα π’λιά. Τα σπουργίτια απομνήσκουν μόνο, τ’ άλλα τα π’λιά φεύγουν».

«Η φανέλα του στρατιώτου»


Όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1940 κι ο ελληνικός στρατός βρισκόταν εγκλωβισμένος στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, οι Ηπειρώτισσες δεν έκατσαν με σταυρωμένα τα χέρια. Ιδού τι μου είπε αείμνηστη συνομιλήτριά μου:

«Μι τουν πόλιμου, όταν μαθαίνουνταν ότι οι φαντάροι μας ξεπάγιαζαν απάν’ στα β’νά, είπι του κράτους να πλέξουν όλις οι γ’ναίκις ζιστά ρούχα. “Η φανέλα του στρατιώτου” το ’λεγαν αυτό. Έπλεκαν φανέλις, γάντια, κασκόλια, σκουφιά, τσιουρέπια. Γιατί ξεπάγιαζαν τα στρατιωτάκια.

Το 1940 ήμαν 15 χρονών κι έπλικα κάθι μέρα μι τ’ς βιλόνις. Τα πράματα π’ πλέκαμαν τα μάζωνε η Νομαρχία κι ήταν γ’ναίκις απ’ τον Ερυθρό Σταυρό, τα ‘φκιαναν δέματα κι τα κ’βάλαγαν στον πόλιμου, στ’ν πρώτη γραμμή. Λαχτάραγαν οι φαντάροι να λάβουν δέμα (τρελαίνονταν απ’ τη χαρά τους). Κανιά φουρά βάναμαν μέσα κι κανιά καραμέλα για τ’ς φαντάρ’ς, άμα είχαμαν. Να γλυκαθούν κι αυτοί π’ πολέμαγαν…».

 

Εθνική Αλληλεγγύη στην Κατοχή


Μεταφερόμαστε στο Ζαγόρι την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, 1943-44:

«Τότι μι τ’ς αντάρτις είχαν φκιάκει ομάδες κι το ’λεγαν Εθνική Αλληλεγγύη, για να βοηθάν’ κι τ’ς αντάρτις κι τουν κόσμου π’ δεν είχι να φάει.

Άμα ήταν κάνας κινδυνεμένους (εξαθλιωμένος), κράταγαμαν λίγου φαΐ, μια χαψιά να δώκουμι κι σ’ αυτόν. Κι δεν τ’ το ’δουναν φάτσα (φανερά), αλλά κάτου απ’ τ’ν ποδιά (για να μην τους προσβάλλουν). Οι άντρις φώναζαν, δεν έδωναν εύκολα, οι γ’ναίκις λεημονιόνταν περισσότιρου (ήταν πιο φιλεύσπλαχνες). Η μάνα μ’ έλιγι “Σήμιρα θα πάρουμι απού ένα λιτρούτσι (μικρό κύπελλο) γάλα να σ’ δώκουμι στ’ς αντάρτις, κι απού ένα χ’λιάρι μπομπότα (καλαμποκίσιο αλεύρι) για να φκιάσουν κουρκούτι”. Το κάθι σπίτι έδ’νι κι ξύλα στ’ς αντάρτις, γιατί πού να το ‘χαν οι αντάρτις το κλαδερό (δασωμένη έκταση για ξύλευση). Το κουρκούτι το ’βραζαν σι καζάνια, αλλά ήταν πουλύ αραιό, δεν ήταν π’χτό, γιατί δε μάζευαν πουλύ καλαμπόκι. Κι αφού ήταν αραιό του κουρκούτι, το ’βαναν στου παγούρι, για να του πίνουν! Πείναγαν πουλύ οι αντάρτις, γιατί πολέμαγαν μι τ’ς Γιρμανούς.

Οι γ’ναίκις έπλιναν κι τα ρούχα απ’ τ’ς αντάρτις! Μια βδουμάδα κάθι χουριό. Μία βδουμάδα του ένα, μία τ’ άλλου. Οι κοπέλις κι οι γ’ναίκις τ’ χουριού τα ’πλιναν. Τι πλύσιμου… Αφού δεν είχαν σαπούνι, τίπουτα! Αλισίβα είχαν! Κι έτσι τι να κάνουν; Τα ’βραζαν για να ψουφήσει η ψείρα!

Να δεις τώρα τι θ’μήθ’κα… Κατέβαιναν οι γυναίκις απ’ του Καπέσοβου στο Κουκούλι, που ’ταν ο λόχος ανταρτών. Ιγώ ήμαν μ’κρή, μ’ είχι γκότσια η μάνα (με κουβαλούσε στις πλάτες). Κι όπους ήμαν κοιμ’σμένη, για να μη μι ξ’πνήσει, μ’ άφ’κι στα ρούχα των ανταρτών. Κι όταν πήραν οι γ’ναίκις τα ρούχα για να τα πλύνουν, μ’ είδαν ιμένα… κατάμαυρη απ’ τ’ς ψείρις! Ουου… Φουνές η μάνα μ’.

Ε, τι να κάνουν… Ζεμάτ’σαν τα ρούχα κι ψόφ’σαν οι ψείρις».

 

Οι συγγενείς δωρεάν, οι φτωχοί επί πληρωμή!


Παραμένουμε στα Ζαγοροχώρια, όπου τόσο πριν απ’ τον πόλεμο του 1940 όσο και στην Κατοχή καταγράφεται κάτι πολύ ενδιαφέρον: η αλληλεγγύη ήταν ιδιαίτερα έντονη, όμως μεταξύ συγγενών ήταν δωρεάν, ενώ οι φτωχοί, οι μεροκαματιάρηδες, αμείβονταν.

«Στ’ αμπέλια ήταν 100 δ’λειές: σκάψιμου, κλάδιμα, βλαστολόημα (έκοβαν τα “λαίμαργα” κλαδιά, να μείνουν λίγα, που είχαν σταφύλι) κι τα ’δεναν μι σάλμα (άχυρο βρεγμένο, το χρησιμοποιούσαν σα σκοινί). Τ’ αμπέλι θέλει κόσμου, χέρια…

“Πια μι χέρια (γρήγορα, κουνήστε τα χέρια σας), κουπέλις, μη μας πιάκει η νύχτα, κι δεν έχει κι φιγγάρι απόψι!”, έλιγι η γιαγιά μ’, για να δ’λέψουμι.

Το σόι βόηθαγαν κάθι φουρά που ’χε ανάγκη ο καθένας. Πρώτα στουν έναν, κουντά στουν άλλουν. Άμα δεν είχαν ζώου, φορτώνονταν οι γ’ναίκις τα ζαλίκια, το ζάλωμα (τα φορτία που κουβαλούσε στις πλάτες οι γυναίκες).

Αλλά τ’ς φτουχούς, τ’ς πλέρουναν, μι λιφτά, για να ζήσουν ου κοσμάκ’ς, να μην τ’ς εκμεταλλευτούν. Έφκιαναν μια πίτα κι τ’ μοίραζαν, έτρωγαν όλους ου κόσμους.

Κι ρώταγαν:

-Πώς τ’ς έχ’ς τ’ς ιργάτις; Μι ψουμί ή ξίψωμα (ξέψωμα, χωρίς τροφή απ’ τον εργοδότη);

Άμα ήταν ξίψωμα, ήταν ακριβότιρου του μιρουκάματου (δηλ. αφού δεν κατέβαλλε ο εργοδότης τροφή στον εργάτη, τον πλήρωνε περισσότερο).

Τότι μι τ’ν Κατουχή, ιπειδή δεν ήταν λιφτά, όλα ήταν μι είδος! Οι ιργάτις δούλευαν για του φαΐ. Άμα έτρουγαν… ήταν βασιλιάδις! Λίγου τυρί, γκίζα (γαλακτοκομικό υποπροϊόν μετά το βράσιμο του ξινόγαλου, σαν τη μυζήθρα), βούτυρου, ξ’νόγαλου… Τι καλύτιρου άμα έτρουγις λίγου τρίφτα ξ’νόγαλου… Άμα είχι ένα πιάτου φαΐ ου καθένας, ήταν βασιλιάς! Στ’ν Αθήνα πέθαιναν απ’ τ’ν πείνα…».

 

Όλοι βοηθούσαν τον… μονάξιο!


Πολλοί επιστήμονες (π.χ. κοινωνικοί ανθρωπολόγοι και κοινωνιολόγοι) υποστηρίζουν ότι τα παλιά χρόνια δεν ήταν πιο αλληλέγγυος ο κόσμος, απλώς βοηθούσε ο ένας τον άλλον επειδή προσδοκούσε σε ανταπόδοση. Δεν πιστεύω ότι ήταν έτσι τα πράγματα. Η βοήθεια προς οποιονδήποτε είχε ανάγκη ήταν βαθιά ριζωμένο βίωμα στην ψυχή του καθενός. Κανείς δεν σκεφτόταν να μην κοιτάζει όποιον είχε ανάγκη. Εξάλλου, αν κάποιος αντικειμενικά δεν μπορούσε να ανταποδώσει τη βοήθεια (π.χ. ανάπηρος, υπερήλικας, χήρα με μικρά παιδιά), δεν θα τον εγκατέλειπαν στη μοίρα του:

«Άμα ήταν κάνας μονάξιος (αυτός που ζει μόνος του), πάαιναμαν για βόηθειου. Άμα είχι πράματα κι δε μπόρ’γι να τα γαλαρέψει μαναχός του (είχε πρόβατα και δεν μπορούσε να τα αρμέξει μόνος), πάαινε κι άλλους να τ’ δώκει ένα χέρι βόηθειου. Ή άμα είχι χουράφι για να του σκαλίσει, να του θερίσει, τι δ’λειά θα έκανι ένας μαναχός του; Πάαιναμαν 2-3 ακόμα, για να βγει η δ’λειά.

Αλλά άλλαζαμαν κι μιρουκάματα, μία πάαιναμαν στουν έναν, κουντά στουν άλλουν. Αυτό το ’λιγαμαν μιντάτι. Άμα κάποιους είχι 2-3 γίδια, τα έπαιρνε πότι ου ένας, πότι ου άλλους για να τα βουσκήσει, να μην πααίνει ου καθενένας κάθι μέρα. Να πάει ου ένας κι ου άλλους να πάει για να κάνει κανιά δ’λειά στου χουράφι, ή για κάνα μιρουκάματου. Αλλά έπριπι να συναστρέουνται τα μπ’λούκια (δηλ. να ταιριάζουν τα κοπάδια). Άμα έκανι του ένα σιαδώ, τ’ άλλου σιακεί, δε γένουνταν χουριό».

 

«Σήμερα πρέπει να πληρώσεις, και πάλι με παρακάλια!»


Τα όσα προεκτέθηκαν αφορούν το παρελθόν, γιατί πλέον και η Ήπειρος στο ζήτημα της αλληλεγγύης –αλλά και γενικότερα– έγινε όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα: στους νεότερους σε ηλικία η συλλογικότητα, ο εθελοντισμός και η αλληλεγγύη είναι… παντελώς άγνωστες λέξεις. Παρά την ψευδαίσθηση της συλλογικότητας μέσω των ηλεκτρονικών κοινωνικών δικτύων, ο ατομισμός βασιλεύει, άρα ο καθένας νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, το σπίτι του, το πολύ και για τον στενό οικογενειακό του κύκλο. Η απομόνωση που επέβαλε ο κορωνοϊός απλώς θα βάλει την ταφόπλακα σε μια κατάπτωση που άρχισε εδώ και χρόνια.

Θα τελειώσω με δύο περιστατικά που αντικατοπτρίζουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη σημερινή κατάσταση.

Είχα πάει κάποτε σε ένα χωριό, προσκεκλημένος κάποιων γνωστών. Αρχές καλοκαιριού. Στο σπίτι τους ήρθαν κι άλλοι, νέοι σχετικά (ηλικίας περίπου 30-55). Μεταξύ πολλών θεμάτων που συζητήσαμε, έθεσαν υπόψη μου ένα πρόβλημα με το ότι είχε κλείσει ένας δρόμος πάνω απ’ το σπίτι τους λόγω της πυκνής βλάστησης. Η συζήτηση είχε ανάψει για τα καλά…

-Να ανεβάσουμε μια φωτογραφία στο Facebook και να κάνουμε καταγγελία! Τόσο κόσμο έχει το χωριό μας! Όλοι θα κάνουν like! Θα γίνει viral με τη μία!

-Εγώ στο Twitter έχω πολλούς φίλους! Θα το βάλω αμέσως!

-Παιδιά, και στο Instagram… Έχει κι ο δήμαρχος λογαριασμό. Θα το δει σίγουρα, οπότε θα στείλει υπαλλήλους να καθαρίσουν τον δρόμο.

-Εμένα ο ξάδερφός μου δουλεύει σ’ ένα μεγάλο site της Αθήνας!

Την ώρα λοιπόν που καμιά δεκαριά άντρες σκέφτονταν πώς θα βρεθεί λύση, ο πατέρας του οικοδεσπότη (πάνω από 80 χρονών) βλέπω ότι πήρε στα χέρια του ένα κασάρι (εργαλείο για το κόψιμο των βάτων).

Ο δρόμος με τα βάτα και τα αγριόχορτα ήταν ακριβώς πάνω απ’ το σπίτι. Οι νεαροί φωνασκούσαν για τα social media κι ο ηλικιωμένος, μπροστά στα μάτια μας, πήγε κι άρχισε να κόβει τα βάτα!

Παρότι δεν ήμουν ντόπιος, κυριολεκτικά ένιωσα καταντροπιασμένος! Καλύτερα ν’ άνοιγε η γη να με καταπιεί. Προφασίστηκα μια επείγουσα δουλειά κι έφυγα. Φυσικά πήγα να χαιρετήσω τον λεβεντόγερο που έδωσε σε όλους μας ένα πολύ γερό μάθημα! Του έσφιξα το χέρι με χαμηλωμένο το κεφάλι. «Δεν κόβουνται τα βάτα… μι του Ιντιρνέτ! Άντρες θηρίοι κι καρτιρούν απ’ του κράτους να έρθει να καθαρίσει ένα σοκάκι. Ιμείς οι παλιοί ήμασταν αλλιώς μαθ’μένοι…», μου είπε.

Το δεύτερο περιστατικό έχει να κάνει με μια καλοκάγαθη γριούλα, η οποία κρατάει τα κλειδιά από τα σπίτια κάποιων συγχωριανών της που ζουν κυρίως στην Αθήνα.

-Ε, αφού λείπουν ου κόσμους. Ιγώ δε φεύγου απ’ του χουριό πουτέ. Πααίνου κι ανού (ανώ: ανοίγω) κανιά βολά (καμιά φορά) τα σπίτια, τ’ράω μη βάζουν νιρά… Έχου ένα σουρό κλειδιά στου σπίτι, αλλά ξέρου ποιο είνι τ’ καθεμιανού.

Με παράπονο μού είπε για το ότι οι νεότεροι συγχωριανοί δεν βοηθάνε πλέον κανέναν πέρα από την οικογένειά τους. «Τώρα δε γυρνάει κα’ένας να σι ιδεί, αν είσι αναγκεμένους. Ου άλλους δε σ’ δίνει… ούτε τ’ν αρρώστια του! Σήμερα πρέπει να πληρώ’εις, και πάλι μι παρακάλια. Ιγώ μαναχή μ’ είμι. Ούτε λεφωρείου δεν έρθιτι τώρα στου χουριό. Είνι κάτι γειτόνοι ιδώ κι άμα το ’χουν (σχεδιάζουν) να πάν’ για ψώνια (στην πόλη, έδρα του νομού), φεύγουν νύχτα, αχάραγα, για να μην τ’ς καταλάβου κι τ’ς πω να μ’ φέρουν τίπουτα. Κάπουτι τ’ς είχα πει να μ’ φέρουν κάτι φάρμακα κι είπαν τάχα έχουν πουλλές δ’λειές!

Η συνομιλήτριά μου το πήρε απόφαση ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά, πρέπει όλα να τα κάνει μόνη της πλέον…

Κάποτε είχε παρακαλέσει έναν νεαρό συγχωριανό της που έχει ένα χωματουργικό μηχάνημα (φορτωτή) να καθαρίσει τα συσσωρευμένα χιόνια έξω απ’ το σπίτι της. Αυτός, παρότι είχε πάει για να καθαρίσει με το μηχάνημά του την είσοδο ενός οικοπέδου του δίπλα από το σπίτι της γριούλας, αρνήθηκε να τη βοηθήσει λέγοντας με παγερό ύφος «Θα έρθει ο Δήμος (ενν. δημοτικός υπάλληλος) να τα καθαρίσει τα χιόνια!».

Η περήφανη και ετοιμόλογη γερόντισσα απάντησε με ηπειρώτικη περηφάνια αλλά και δηλητηριώδες χιούμορ:

-Α, κατάλαβα… Θα έρθει ο Δήμος… με τ’ Δήμαινα! Θα τα καθαρίσου μαναχή μ’ τα χιόνια! Να ’σαι καλά, πιδί μ’! Δε θέλου βόηθειου απού κανέναν!

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια), ενώ υπό έκδοση είναι το Ηπειρώτικο Λεξικό που συνέταξε. Το παρόν άρθρο αφιερώνεται με βαθύτατο σεβασμό στους προγόνους μας, οι οποίοι σε όλη τους τη ζωή έκαναν πράξη τον εθελοντισμό και την αλληλεγγύη.

Email: [email protected]

LinkedIn: Vasilis Malisiovas

Πηγή: maxitisartas.gr/

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.