ΕΛΛΑΔΑ

Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*

Πάσχα του παλιού καιρού: Αγώνας για μερικά αυγά, λίγο κρέας…

Έπειτα από δύο χρόνια αυστηρών περιορισμών στον εορτασμό του Πάσχα, με απαγόρευση μετακινήσεων εκτός του τόπου μόνιμης κατοικίας, φέτος ήρθε η ώρα να θυμηθούμε τα παλιά, έστω και με τον αδιόρατο φόβο και την αμηχανία που νιώθουμε. Μολονότι μάς φαίνονται κάπως ξεθωριασμένες οι εικόνες από τη μεγάλη αυτή γιορτή της χριστιανοσύνης, θεώρησα καλό να κάνουμε ένα ακόμη πιο μακρινό ταξίδι στο παρελθόν…

Όταν έλεγαν νηστεία, την εννοούσαν!


Μια από τις αντιφάσεις της εποχής μας είναι και η κατ’ όνομα νηστεία, αφού ουσιαστικά είναι μια εξαπάτηση… εαυτών και αλλήλων! Νηστίσιμο τυρί, σουτζουκάκια από ρεβιθάλευρο, κοντοσούβλι λαχανικών, μπιφτέκια θαλασσινών, παστίτσιο με κιμά σόγιας…

«Εσείς οι νιότεροι κοραϊδεύετε τον κόσμο! Ακούς εκεί… Σ’ λέει γάλα απ’ αμύγδαλο… Εγώ ξέρω οι γίδες μαναχά βγάνουν γάλα, όχι οι αμυγδαλιές!», μου είπε μια αιωνόβια πληροφορήτρια όταν συζητούσαμε για το αν αυτοί νήστευαν τα παλιά χρόνια. Και συνέχισε:

«Εγώ από μ’κρή κράταγα (νήστευα) 50 μέρες. Τ’ν Καθαρή Δευτέρα, δεν έτρωγαμαν ούτε λάδι εμείς. Εγώ το παιδί μ’ το τρανό (μεγάλο) το γένν’σα ξημερώνοντα Καθαρή Δευτέρα. Κι ας ήμαν λεχώνα, δεν αρτύθ’κα εκείνη τ’ μέρα!

Καθάριο (σταρένιο) ψωμί πού να το βρεις…

Τι έτρωγαμαν; Μαντζιόνα (φτωχική σούπα), με ροκίσιο (καλαμποκίσιο) αλεύρι, λάχανα αλευρωμένα, π’ τα λέμε και ντερλούσια, φασούλια, κ’κιά, φακή, τέτοια πράματα.

Δε χαλάω (καταλύω νηστεία) ποτέ Τετάρτη και Παρασκευή, εγώ είμαι απ’ τ’ς παλιούς, δε μο’ ’ρχεται καλά να λωβιάσω (μεταφορικά: μολυνθώ), να φάω αρτυμένο (αρτύσιμη τροφή). Εγώ θέλω να ’μαι έτοιμη… Όπ’ τον βρω κι όπου με βρει ο Χάρος!

Τώρα λίγοι σαρακοστεύουν. Αλλά εγώ δε λέω τίποτα για κανέναν. Ο καθένας τ’ν ψυχή του τ’ν έχει χώρια. Ο Θεός αχπάν’ μας γλέπει ουλ’νούς…

Δε μπορώ εγώ να σ’ βάλω θέληση (να σου επιβάλω αυτό που θέλω εγώ). Αφού ξέρ’ς πότε είναι μεγάλη σαρακοστή, άμα θέλ’ς κρατάς…».

Ούτε… μυρωδιά από αρτυμένο!


Η μητέρα μου θυμάται ακόμη και την... αποστείρωση μαγειρικών σκευών όταν άρχιζε η Μεγάλη Τεσσαρακοστή:

«Τα παλιά παλιά τα χρόνια, τότε π’ αρχίναγε η νηστεία, ξεθέρμιζαμαν τ’ αγγειά με αλισίβα (τα έπλεναν με καυτό σταχτόνερο), να μη μυρίζει από αρτ’μένο!

Από Καθαρά Δευτέρα, π’ αρχίναγε η σαρακοστή, για τ’ Λαμπρή, του ‘χαν σε κακό οι γονέοι μας να μείνει λίγδα στα κακάβια, στα πιάτα, στα τεψιά… Ούτε μυρωδιά να μη μείνει από αρτυμένο!

Σαρακόστευαμαν μέχρι τ’ Λαμπρή, μ’κροί, μεγάλοι… Δεν είχε να πεις τότε ότι δε σ’ αρέει το φαΐ. Ό,τι μαέρευε η μάνα μας, απ’ αυτό το φαΐ έτρωγαμαν όλοι! Είτε μας άρεγε, είτε δε μας άρεγε… Πού θα τού ’βρισκαμαν το καλύτερο...

Άσε π’ τά τρωγαμαν όλα τα φαϊά, γιατί ήμασταν λιμασμένα (πεινασμένα). Φασούλια μαναχά, φακή, κανιά λαχανόπ’τα, κάνα πλαστό, νηστίσιμα κι αυτά.

Δεν είναι όπως σήμερα, π’ δεν κρατάει ούτε τη Σταυρωμένη Παρασκευή ο κόσμος! Κι εκείνη τ’ μέρα, είναι πολλοί π’ τραβάν’ κοψιδόνες (τρώνε μεγάλες μερίδες κρέατος).

Και δε μας κακοφαίνονταν τότε με τ’ νηστεία, γιατί όλος ο κόσμος κράταγε. Δεν ήταν ο ένας ν’ αρταίνεται κι ο άλλος να κρατάει. Ήταν ντροπή μεγάλη να τρώει ο άλλος κρεάσι τ’ μεγάλη σαρακοστή. Η νηστεία ήταν για όλο τον κόσμο. Δεν ξεχώρ’ζε κανένας…».

Η εξουθένωση των γυναικών


Πολλές οι προετοιμασίες ενόψει του Πάσχα. Νοικοκυρά παλαιάς κοπής αφηγείται:

«Τι με ρώτ’σες; Α, για τ’ς γιορτές, τα πασκαλόγιορτα, τι δ’λειές κάναμαν…

Ασβέστωναν τα σπίτια μέσα κι όξω, στ’ς χαλέδες (παλιές τουαλέτες, τούρκικους καμπινέδες) έρ’χναν ασβέστη για να φύγει η μυρωδιά. Τοίχους, πεζούλια, μπουχαριά (τζάκια) που ’ταν μαύρα, τ’ς τενεκέδες ολ’νούς… Στ’ς ντενεκέδες είχαμαν τα λουλούδια…

Κι όπου υπήρχε βρομιά, έρ’χναν ασβέστη. Στα κατώια απ’ τα παλιά τα σπίτια είχαν τα ζωντανά, αυτό ήταν ζεστό για το χειμώνα. Και δεν είχαν πατώματα τα κατώια, χώμα είχαν καταή. Χωματερά τά ’λεγαν τα κατώια. Έρ’χναν ασβέστη μπόλικη. Τ’ν έφκιαναν αραιά και τ’ν έρ’χναν με το γκουβά. Πώς θα κρατιόνταν καθαρά τα κατώια…

Κι επειδή το χειμώνα καπνίζονταν τ’ σκοτωμού τα ρούχα, έπρεπε να τα πλύνουν τ’ Λαμπρή. Έπλεναν στα ρέματα όλα τα μαλλικά: σιτζιαντέδες (κάτι ενδιάμεσο μεταξύ χαλιού και κιλιμιού), καρπέτες (για στρώσιμο), βελέντζες μπαχτές (κρουστές, συμπαγείς), χωρίς φλόκο, για να βαστάν’ το κρύο…

Άμα έπεφτε γλήγορα η Πασχαλιά, τά ’πλεναν απόπασχα (μετά το Πάσχα) τα ρούχα, γιατί ήταν παγωτή (παγωνιά) ακόμα στα χωριά.

Πού να τα πλύνουν οι μαυρο-γύναικες άμα ήταν κρύο… Θα δραγκώνονταν τα χέρια τ’ς (θα παρέλυαν απ’ το κρύο)».

Απ’ τ’ Βαϊών μέχρι το Μέγα Σάββα


Για τα ξεχωριστά έθιμα του Πάσχα (μερικά από τα οποία θυμάμαι κι ο ίδιος) μιλάει και πάλι η μητέρα μου:

«Με τη νηστεία πέραγε ο καιρός, δε μας κακοφαίνονταν, ήμασταν μαθημένοι και στ’ φτώχεια και στο λίγο το φαΐ.

Τ’ Λαζάρου πέραγαν τα λαζαρούδια στα σπίτια (τραγουδούσαν το τραγούδι του νεκραναστημένου φίλου του Χριστού), μάζωναν αυγά. Ποιος να είχε να τ’ς δώκει λεπτά… Κάνα ζευγάρι αυγά έδωνε η κάθε ν’κοκυρά.

Τ’ Λαζάρου το βράδυ (εσπερινός Κυριακής Βαΐων) οι νιόνυφες ήφερναν νια κάν’στρα βάια (ένα καλάθι δάφνες), να τ’ς μοιράσει ο παπάς ν’ άλλη τ’ μέρα, που ’ταν τ’ Βαϊών. Αν ήταν δυο οι νιόνυφες απ’ το χωριό, ήφερναν από μία κάν’στρα, έβαναν από λιγότερα βάια.

Απ’ το βράδυ τ’ Βαϊών αρχίναγαν πάλι τα νυχτέρια (νυχτερινές ακολουθίες Μεγάλης Εβδομάδας). Πάαιναμαν σ’ όλα τα νυχτέρια. Πρώτα έκλειγαμαν τα πράματα (γιδοπρόβατα) στο μαντρί και τότε π’ βάρ’γε η καμπάνα, πάαιναμαν στα νυχτέρια, όσο π’ απόλαγε η εκκλησία (τελείωνε η ακολουθία).

Τ’ Μεγάλη Πέφτη έβαφαμαν αυγά μεγαλοπεφτίσια. Από ένα όσοι ήταν η φαμιλιά. Αν ήταν 8, έβαφαν 9, γιατί κράταγαν κι ένα για το σπίτι, το φύλαγαν στο ’κόνισμα (εικονοστάσι). Άμα είχαν πεθαμένο, μακριά από ’δώ (απευχή), έβαφαν κι ένα αυγό παραπανίσιο για τ’ς ψυχές. Και τ’ αυγό που ’χαν στο ’κόνισμα κι εκειό που ’χαν στο μνήμα, τα φύλαγαν ένα χρόνο και κοντά (ύστερα) τα πέταγαν σε μία βατσινιά (βάτο).

Αυτά τ’ αυγά τα μεγαλοπεφτίσια τα τσιούγκραγαμαν τότε π’ γύρναγαμαν απ’ ’ν’ Ανάσταση, όταν απόλαγε η εκκλησία. Και τα τσιόφλια τα πέταγαμαν στ’ φωτιά, δεν έκανε να τα ρίξεις στα σκούπρα (σκουπίδια).

Τ’ Μεγάλη Πέφτη έφκιαναμαν και σιτάρια για τ’ς ψ’χές. Τα παλιά τα χρόνια μαζί με το σιτάρι μέραζαν ψωμί κι ελιές, να φάει ο κόσμος, να συχωρέσει (τους νεκρούς).

Τ’ Σταυρωμένη Παρασκευή κράταγαμαν (νηστεύαμε) και το λάδι. Κι απέ τώρα δε μπορούμε να κρατήσουμε το λάδι, γιατί τώρα όλος ο κόσμος παίρει φάρμακα…

Το πρωί τ’ Σταυρωμένη Παρασκευή πέραγαν τα λιανοπαίδια μ’ ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια, έβαναν και μαύρη κορδέλα. Πάαιναν από σπίτι σε σπίτι κι έλεγαν (τραγουδούσαν) τα Πάθη τ’ Χριστού: “Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται…”. Το βράδυ έψελναν παρέες παρέες στ’ν εκκλησία: άλλη παρέα οι άντρες, άλλη οι γ’ναίκες, άλλη τα παιδούρια... “Η ζωή εν τάφω...”.

Το Μέγα Σάββα έσφαζαν τα γκορπάνια (κουρμπάνια): αρνί, κατσίκι, ό,τι είχε ο καθένας. Τ’ Λαμπρή άλλος έψενε στ’ σούφλα άμα ήταν πολλοί νοματαίοι. Αλλιώς, το ’ψεναν στ’ γάστρα.

Στ’ν Ανάσταση, όταν απόλαγε η εκκλησιά, ο παπάς διάβαζε τ’ αυγά τα κόκκινα και το τυρί, αυτά τ’ τα πάαινε ο κόσμος, γιατί είχαν όλοι πράματα τότε.

Τ’ αυγά αυτά τά ’παιρνε ο παπάς στο σπίτι, και το τυρί τό ’παιρνε. Αλλά μας έδωνε ένα κεφαλάκι τυρί (μικρό κομμάτι φέτας), μας τα γύρναγε (επέστρεφε), αφού ήταν διαβασμένα (ευλογημένα). Το τυρί αυτό, που ’ταν διαβασμένο, τό ’βαναμαν στον τάλαρο (ξύλινο τυροβάρελο) για να μην πηδουλιάζει το τυρί (να μη γεμίζει πηδούλια, σκουλήκια).

Τ’ Λαμπρή έδωναν στ’ αναδεχτούδια (βαφτιστήρια) λαμπάδα και 2-3 αυγά κόκκινα. Κ’λούρια δεν έδωναν γιατί… με τι να τά ’φκιαναν; Η ζάχαρη ήταν… με το δράμι! Δεν ήταν να φκιάν’ς κ’λούρια και τέτοια ξωρέξια…

Τ’ μέρα τ’ς Λαμπρή έψενε ο κόσμος, όσοι είχαν κάνα αρνοκάτσικο, οι ν’κοκυρές έφκιαναν και λαμπρόψωμο μ’ ένα αυγό στ’ μέση.

Τ’ Αϊ-Γιωργιού, τ’ Δευτέρα τ’ς Λαμπρή, έφκιαναμαν υψώματα (βρασμένο σιτάρι περίτεχνα διακοσμημένο) άμα είχαμαν γιορτάσιο στο σπίτι.

Σ’ άλλα χωριά, όπου είχαν εκκλησιά π’ γιόρταζε, Αϊ-Γιώρη, έκαναν και πανηγύρι τρικούβερτο και χόρευαν το καγκελάρι (κυκλικός χορός) όλοι μαζί, άντρες, γ’ναίκες, και μπροστά ο παπάς, έσερνε το χορό (ήταν πρώτος)».

Η απλάδα με τα κόλλυβα


Ας μείνουμε όμως λίγο στα κόλλυβα της Μ. Πέμπτης, για να δούμε το πώς αντιμετωπίζονταν σαν μάννα εξ ουρανού για τη φτωχολογιά… Τον λόγο έχει άλλη συνομιλήτρια:

«Τη Μεγάλη Πέφτη τίμαγαν και τ’ς ψυχές (νεκρούς προγόνους). Έγραφαν το ψυχοχάρτι, για να το διαβάσει ο παπάς (να μνημονεύσει τα ονόματα). Πολλά ονόματα! Φατούρα (κατάλογος) ολόκληρη! Ουου… Όλες τ’ς ψυχές τ’ς θυμάνταν! Η μακαρίτ’σσα η μάνα μ’ μνημόνευε μέχρι τ’ν προ-πεθερά τ’ς, όσους θυμιόνταν, τ’ς θειους, τα κουνιάδια τ’ς. Έδ’ναν και λειτουργιά ζυμωτή στον παπά, μαζί με το ψυχοχάρτι.

Οι γ’ναίκες έφκιαναν κι απλάδα με το σιτάρι (δίσκο με κόλλυβα). Το σιτάρι τό ’φκιαναν όλο κεντίδια (διακοσμητικά μοτίβα): σταυρό με κανέλα ή με ζάχαρη, αμύγδαλα ασπρισμένα, ρόδια…

Έτρωγαν το σιτάρι ο κόσμος για να συχωρέσουν τα πεθαμένα. Έπαιρναν κι ένα κομματούτσι αντίδωρο κι έτρωγαν οι φτωχοφαμίλιες, κοίταζαν πώς θα φάν’ λίγο λειτουργιά. Καθάριο ψωμί! Η φτωχολογιά έτρωγε μαύρο ψωμί

Μόλις απόλαγε η εκκλησιά τη Μεγάλη Πέφτη, μαζώνονταν η φτωχολογιά τότε π’ μέραζαν τα σιτάρια απόξω απ’ τ’ν εκκλησιά, με το τασάκι (πιατάκι του γλυκού). Γιόμ’ζαν τα μαντήλια σιτάρι κι έτρωγαν για να χορτάσουν…».

Αντάρα τ’ αυγά!


Όταν ήμουν μαθητής στο δημοτικό, το Σάββατο του Λαζάρου πηγαίναμε κι εμείς στα σπίτια για να «πούμε τον Λάζαρο». Λαζαρούδι, όμως, ήταν κι ο πατέρας μου όταν ήταν μικρός…

«Ανέχεια μεγάλη ο κόσμος τότε… Τ’ αυγά δεν τα χόρταιναμαν. Από 5-6 κότες είχε το κάθε σπίτι. Τότε δεν τα τάιζε καένας τα κοτιά. Τα τρίμματα (ψίχουλα) πο’ ’μνησκαν στο μεσάλι (πανί, σαν τραπεζομάντηλο) τα τίναζαμαν όξω και τα καρτέρ’γαν οι κοτούλες. Δεν είναι όπως τώρα π’ ταΐζουμε με ποσίτια (πίτουρα), σιτάρι, κριθάρι…

Είχαμαν κότες κι εμείς, αλλά όχι πολλές. Και δε γένναγαν, γιατί δεν περίσσευαν σπορίματα για να φάν’! Το καλαμπόκι τού ’θελαμαν για να ’χουμε αλεύρι, να τρώμε κανιά κ’λούρα. Μαναχά το μεσάλι π’ τίναζαμαν τα τρίμματα (ψίχουλα), αυτό έτρωγαν οι κότες κι ό,τι βόσκαγαν όξω στα χωράφια, όλη τη λημέρα απολυτές όξω τ’ς είχαμαν…

Για να σ’ δώκω να καταλάβ’ς, τ’ αυγά τα κρύπωναν (έκρυβαν) οι ν’κοκυρές μέσα στα τσιουβάλια με το καλαμπόκι, για να έχουν για κάνα μ’σαφίρη για να ξεντροπιαστούν. Γιατί άμα έρθονταν ο ξένος το βράδυ για να κάτσει, τι θα τ’ απίθωνε (σερβίριζε) η γ’ναίκα να φάει;

Τότε ο κόσμος δεν είχε αμάξια. Όπου νύχτωνε, πάαινε σε κάνα σπίτι να κοιμηθεί και το πρωί να ματακινήσει να πάει στο καλό του.

Το 1946 ήταν μεγάλη αναμπουμπούλα με τον ανταρτοπόλεμο (Εμφύλιο). Εγώ ήμαν 12 χρονών. Ήμαν όμοια μ’ ένα φίλο μ’, συνομόλικοι. Πήγαμαν παρέα να πούμε το Λάζαρο. Τότε τα παιδιά δεν πάαιναν τα Χριστούγεννα να πούν’ τα κάλαντα. Αλλά πάαιναν τ’ Λαζάρου και τ’ Σταυρωμένη Παρασκευή.

Κάτι παλιοπάπ’τσα φόραγαμαν, κι εγώ και τ’ άλλο το παιδί. Αυτά τα παπούτσια όλο σύρματα ήταν, δεν ήταν θ’κό τους π’θενά (με σύρματα συγκρατούσαν το διαλυμένο παπούτσι). Με σύρμα ψ’λό έραβαν τα παπούτσια μας. Ίσια για να μπαίνει μέσα το ποδάρι, να μην περπατάμε ξυπόλητοι.

Εγώ με το φίλο μ’ πέρασαμαν όλο το χωριό, μας έδωκαν όλοι αυγά, γιατί λεπτά ποιος να έχει να σ’ δώκει… Δεν έτσαζε (εξασφάλιζε, έβγαζε) κάνας φράγκο.

Άφ’καμαν τ’ αυγά στο σπίτι τ’ φίλου μ’ και κίν’σαμαν να πάμε στ’ Γρέβια, στη Γκένια και στ’ Μέγκλα (γειτονικοί συνοικισμοί), για να μάσουμε κι εκεί κάνα αυγό.

Έμασαμαν κι εκεί πόσα (αρκετά) αυγά. Κι από ’κεί τράβ’σαμαν (κατευθυνθήκαμε) για το Πλατανόρεμα, νιάμ’ση ώρα με το ποδάρι μέχρι εκεί. Θ’μάμαι πήγαμαν και σε κάτι βλάχους (μετακινούμενους κτηνοτρόφους), είχαν βλαχοκάλυβες, μας έδωναν κάνα σύκο λιασμένο (αποξηραμένο), κανιά καρύδα…

Αλλά στο δρόμο αυτός που ‘χε το καλάθι, κουτσιούμπλισε (σκόνταψε) κι έσπασε τ’ αυγά! Κάπου πεδικλώθηκε απ’ τα παλιολίθαρα… Αντάρα τ’ αυγά!

Κι αρχίν’σαμαν πάλι να μαζώνουμε απ’ τ’ν αρχή, από ένα ένα, στο Πλατανόρεμα.

Και κατάντ’σαμαν (φτάσαμε) τ’ απόγεμα στο χωριό, ήφεραμαν καμπόσα αυγά και μαζί μ’ εκειά πο’ ’μασαμαν το πρωί στο χωριό τα μέρασαμαν συνδυο (διά δύο). Δύο είχαμαν πάει, για να μας πέσουν από πλειότερα αυγούλια...».

Έφιπποι, αλλά και περπατώντας…


Πασίγνωστο είναι το ιστορικό τραγούδι για τους Κολοκοτρωναίους: «Καβάλα πάν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε…». Κάτι παρόμοιο γινόταν με τους ιερείς, οι οποίοι μετακινούνταν έφιπποι:

«Ο παπάς έρθονταν στο χωριό μας με μία φοράδα ρούσα (ξανθοκόκκινη). Κ’βάλαγε και τ’ς λειτουργιές απ’ τη Μεγάλη Πέμπτη, γιατί τότε έφκιαναν πολλές, και το Ψυχοσάββα τ’ Αϊ-Θοδώρου και τ’ς Αναλήψεως.

Αλλά είχε κι αυτός μεγάλη φαμελιά, δέκα ψυχές (άτομα) για να θρέψει. Πείναγαν κι οι παπάδες τότε, δεν κρατιόνταν από θυρίδα (δεν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι) τα παλιά τα χρόνια.

Έρθονταν και περπατώντα στο χωριό μας ο παπάς. Απ’ το χωριό του μέχρι το θ’κό μας ήταν μια ώρα δρόμος. Έρθονταν κοπά (απ’ τον σύντομο δρόμο) το Σαββάτο βράδυ, έκανε εσπερινό και κάθονταν σ’ ένα σπίτι που ’χε συγγένειο, είχε το θάρρος εκεί».

Μπορεί ο παπάς να είχε άλογο, ο 92χρονος ψάλτης όμως που μιλάει στη συνέχεια δεν είχε ούτε καν αυτή την πολυτέλεια…

«Όσοι ήταν μακριγιά απ’ τ’ν εκκλησιά πάαιναν ποδαράτοι… Κι ο κόσμος κι οι παπάδες κι οι ψαλτάδες.

Κι άμα ήταν πρώιμη η Λαμπρή, είχε και κρύο, αλλά έβρεχε κιόλα. Η ομπρέλα τότε ήταν είδος πολυτελείας! Πού να βρεις ομπρέλα… Μαναχά τ’ν κατσιούλα (κουκούλα) είχαμαν στο κεφάλι. Μουσκίδι μέχρι να φτά’εις στ’ν εκκλησιά!

Εγώ πάαινα σ’ ένα άλλο χωριό για να ψάλω. Είναι αλάργα, 5 χιλιόμετρα κι απάνω!

Και κακοτοπιά! Ανηφόρες, κατηφόρες, λόγκα… Πέραγες μέσα στ’ς γιδόστρατες. Νύχτωνα πολλές φορές. Και δεν είχα και φακό παλιότερα, περπάταγα μ’ αντικειασμό (υπολογισμό, κατά προσέγγιση) για να φτάσω. Ε, είχαμαν και το φεγγάρι για βόηθειο, άμα είχε καλή βραδιά.

Το Μεγαλοβδόμαδο κάθομαν σ’ αυτό το χωριό πο’ ’ψελνα, γιατί δεν πρόκανα να πάω και να γυρίσω. Έλειπα 7-8 μέρες απ’ το σπίτι. Απ’ τ’ Βαϊών μέχρι τ’ Δευτέρα τ’ς Λαμπρή.

Από ανάγκη κάθομαν εκεί, φιλοξενούμενος. Έπαιρνα και ρούχα κι άλλαζα, κάνα παντελόνι, κάνα π’κάμ’σο, αφού έλειπα τόσες μέρες. Τι να έκανα…».

Και οι συνταξιούχοι παπάδες στο καθήκον!


Μπορεί τώρα να έχουν ερημώσει ακόμη και πρώην κεφαλοχώρια, όμως τότε ο κόσμος ήταν πολύς, ακόμη και οι ράχες και οι ρεματιές είχαν συνοικισμούς…

«Άμα ήταν κάνας γέροντας παπάς κι έπαιρνε σύνταξη, τον έβανε ο δεσπότ’ς να πάει σε κάνα μαχαλά (μικρό συνοικισμό), που ’ταν αλάργα απ’ τ’ν εκκλησιά τ’ χωριού, για να βγάλει Ανάσταση, ν’ ακούσουν κι εκεί ο κόσμος το “Χριστός ανέστη”. Γιατί τα παλιά τα χρόνια ήταν και μαχαλάδες μέσα στα ρέματα, κόσμος πολύς! Δεν έσωναν (έφταναν) να πάν’ στ’ν εκκλησιά τ’ χωριού, ιδίως οι γερόντοι, κάνα κούτσικο παιδί...

Γι’ αυτό τότε λειτούργαγαν όλες οι εκκλησιές και τα ξωκλήσια στ’ς μαχαλάδες.

Δεν έμνησκε παπάς π’ να μην πάει για να βγάλει Ανάσταση. Ακόμη κι οι γερόντοι οι παπάδες… Θ’μάμαι κάποτε ήφεραν έναν παπά πολύ ηλικιωμένο, δε μπόρ’γε να σταθεί στα ποδάρια του ο άνθρωπος. Κάθονταν στ’ν καρέκλα, σα στασίδι.

Είχε το τρικέρι τα κάθοντα (καθισμένος), δε σηκώνονταν αλότερα. Πάαινε ένας εκεί στον παπά, άναφτε τ’ λαμπάδα και κοντά ο ένας με τον άλλον.

Αυτό ήταν, έβγαλαν τ’ν Ανάσταση και κοντά έφυγε ο παπάς, δε λειτούργησε (δεν έκανε την αναστάσιμη θεία λειτουργία). Πάαινε ο καθένας στο κατοικιό του…».

Γινόταν καταμέτρηση των συγχωριανών!


Θυμάμαι τη συνομιλία μου με έναν υπερήλικα πέρυσι, που το Πάσχα ήταν απάνθρωπα μοναχικό:

«Σημείο (πρωτοφανές)! Θ’μάμαι αυτά π’ διάβαζαμαν στο σκολειό (ενν. πριν από το 1940)… Χειρότερα κι από τότε που ’ταν στ’ Ρώμη (ενν. διωγμούς χριστιανών), στο γήπεδο (ενν. αρένα στο Κολοσσαίο), και τ’ς έβαναν οσοινούς ήταν δικασμένοι στ’ άγρια θηρία κι οι θεαταί έκαναν γούστο π’ τ’ς έτρωγαν! Αλλά όσοι γλίτωναν συναστρέφονταν ο ένας τον άλλον, μπόρ’γαν ν’ ανταμώνονται. Αυτό π’ γένεται τώρα δεν ξαναγίν’κε ποτέ στ’ν πλάση! Να μη μπορείς να ιδείς ούτε τα πιδιά σου, να μη σε ζυγώνει (πλησιάζει) κα’ένας. Να γλέπ’ς άνθρωπο και να κόβ’ς πέρα (να φεύγεις)»!

Τα παλιά χρόνια, όχι μόνο γιόρταζαν όλοι μαζί, αλλά μετρούσαν τους συγχωριανούς λίγο πριν από το «Δεύτε λάβετε φως».

Η μητέρα μου θυμάται τότε που ήταν μικρό κορίτσι:

«Έρθομασταν στο χωριό για τ’ Λαμπρή. Άργηγε (αργούσε) ο παπάς να τελειώσει τ’ λειτουργία, η εκκλησιά απόλαγε τα χαράματα. Βάρ’γε χαραυγή στον Αϊ-Λια απάνου τ’ν ώρα πο’ ’φευγαμαν για το Πλατανόρεμα. Με το ποδάρι έρθομασταν, με το ποδάρι πάαιναμαν (επιστρέφαμε στο σπίτι).

Είχε πολύ κόσμο. Καρτέριγαμαν το Πάσχα. Έκαναμαν τ’ς δ’λειές, έκλειγαμαν τα πράματα (κλείναμε τα ζώα), ο μπαρμπα-Θανάσης κι η θεια-Θανάσαινα μαζί μας, κι εμείς οι κοπέλες όλες. Οι γονέοι μας δεν πολυέρθονταν, γιατί δε μπόρ’γαν να περπατήσουν, εμείς έρθομασταν για το Πάσχα.

Στ’ν εκκλησιά καρτέραγαν να ‘ρθουν όλοι οι χωριανοί, ν’ ακούσουν το “Δεύτε λάβετε φως”. Δοκιόνταν (αντιλαμβάνονταν) άμα έλειπε κανένας. Μπορεί κανιά οικουγένεια να τ’ς έπαιρνε ου ύπνους. Ε, πάαινε κάποιος κι τ’ς ξύπναγε για να έρθουν στ’ν εκκλησιά!

Η εκκλησιά αρχίναγε τ’ς μία η ώρα. Πολλοί κοιμάνταν, αφού τ’ς ήταν αποσταμένοι, δούλευαν όλη μέρα. Όσοι ήταν να μεταλάβουν, έπρεπε να κοιμηθούν για να πάρουν τ’ θεία κοινωνία. Γιατί τρών’ νηστίσιμα το Μέγα Σάββα. Δεν είναι να φας καλά καλά κι κοντά να πας για μεταλαβιά.

Λαμπάδες τότε δεν ήταν αγοραστές, τ’ς έφκιαναμαν εμείς οι κοπέλες μαναχές μας. Είχαμαν φ’τίλι, πύρωναμαν (ζεσταίναμε) κερί, κι όταν αναλίγωνε, τό ’πλαθαμαν γύρα γύρα κι έφκιαναμαν λαμπάδες, η καθεμία είχε τ’ θ’κιά τ’ς».

Γουμίδια: η δική μας… μαγειρίτσα!


Μπορεί για την πλειονότητα η μαγειρίτσα να είναι το κατεξοχήν έδεσμα το βράδυ της Ανάστασης, εμείς όμως τρώμε κάτι άλλο… Η μητέρα μου συνεχίζει:

«Μαγειρίτσες και τέτοια πράματα δεν ήξεραμαν τι είναι, αυτά τα φαϊά τα ’χαν οι πολιτσιάνοι (αστοί, κάτοικοι πόλεων).

Εμείς τα θ’κά μας τα φαϊά ξέρουμε, αυτά που ’χαμαν μάθει απ’ τ’ς παλιακούς, απ’ τ’ς γονέους μας…

Όλο το Μεγαλοβδόμαδο κράταγαμαν. Έτρωγαμαν φακή, φασούλια, λάχανα (χόρτα), κανιά πατάκα γιαχνισμένη (κοκκινιστή στην κατσαρόλα), λαχανόπ’τα, πλαστό (είδος χορτόπιτας με καλαμποκάλευρο αντί για φύλλα), γουμίδια, όλα νηστίσιμα, όχι αρτ’μένα.

Τ’ Λαμπρή το βράδυ, φκιάνουμε γουμίδια με τα μέσα (εντόσθια) απ’ το κατσίκι ή απ’ τ’ αρνί. Συκωτοπλέμονα, άντερα, όλα!

Όλα τα μέσα απ’ το σφάγιο. Βάνουμε και λάχανα: σκορδόφυλλες, κρεμμυδόφυλλες, λάπατα, σέσκ’λα, κοντοτσίπες (άγριο λαχανικό) και μυρωδιές (άνηθο). Μοσκοπαπαδιές (καυκαλήθρες) δε βάνουμε, γιατί έχουν βαριά μυρωδιά.

Συβράζουμε τα εντόσθια, τα τρίβουμε (ψιλοκόβουμε), γιαχνίζουμε (σοτάρουμε) τα λάχανα, βάνουμε και τα εντόσθια και τ’ ανακατώνουμε για να μην κολλήσουν. Βάνουμε και τα τριμμένα τα λάχανα.

Τα γουμίδια τα μαειρεύουμε στ’ν κατσαρόλα, αλλά στο τέλος τα βάνουμε στο τ’γάνι για να σωθούν τα νερά (να μειωθούν τα υγρά), ρίχνουμε και κοκκινοπίπερο κι γένονται πολύ νόστιμα!

Αυτό το φαΐ, τα γουμίδια, είναι η θ’κιά μας η μαγειρίτσα!

Μοσκοτρώμε τότε π’ γυρνάμε απ’ ’ν’ εκκλησιά…».

«Τότε τρώγαμαν ό,τι βρίσκαμαν!»

Η κατανάλωση κρέατος θεωρείται αυτονόητη για το κάθε νοικοκυριό τις μέρες του Πάσχα. Αυτό δεν ίσχυε, όμως, πριν από πολλά χρόνια. Φίλτατος συνομιλητής μολογάει:

«Τότε που ’μασταν παιδιά, το κρεάσι πού να το βρούμε… Χριστούγεννα είχαμαν γ’ρούνι, σφάζαμαν και τρώμαν, το πάστωναμαν και να βαστάξει και για παρέκεια (αργότερα). Εμείς τα παιδιά πηγαίναμαν στον τάλαρο, το κλέφταμαν να μη μας ιδεί η μάνα κι ο πατέρας μας, τό ’παιρναμαν μαζί μας στα πράματα π’ πάαιναμαν να τα βοσκήσουμε. Ανάφταμαν φωτούλα και το ψέναμαν… σα σουφλάκι! Αλλά ήταν αρμυρό, λύσσα! Άμα δεν τό ’φκιαναν αρμυρό, θα χάλαγε, αφού δεν υπήρχαν ψυγεία τότε, δεν είχαμαν ρεύμα…

Τ’ Λαμπρή έσφαζε ο κόσμος, ό,τι είχε: αρνί, κατσίκι… Είχαμαν πράματα (γιδοπρόβατα). Όλος ο κόσμος με τα πράματα έζηγε. Είχαν και κοπαδιάρ’κα και μανάρια (οικόσιτα).

Τα τραϊά δεν τά ’σφαζαν, γιατί τά ’χαν για έχος, να πριτσιαλήσουν τ’ς γίδες (για επίβαση).

Πράματα είχαμαν, αλλά δεν έσφαζαμαν γιατί έπρεπε να το φάμε μονομερίς (αυθημερόν).

Τα πράματα τά ’χαμαν για πούλημα, να πάρουμε κάνα παντελόνι, συντρόφι… Το σώβρακο είν’ αυτό!

Τότε τρώγαμαν ό,τι βρίσκαμαν! Μέχρι και αγριόγκορτσα! Τώρα πού να φας τέτοια πράματα! Αλλά ήρθε πάλι ανάποτη κατάσταση! Δε γλέπ’ς τι γένεται; Θα πέσει πάλι πείνα, απ’ ό,τι ακούμε στ’ς τηλεοράσεις (εννοεί πόλεμο στην Ουκρανία και επισιτιστική κρίση). Θα πάμε πάλι στ’ εκείνον τον καιρό π’ δεν είχαμαν ψωμί να φάμε…

Άλλο έλεγα… Άμα σφάζαμαν το κρεάσι το τρώγαμαν όλο μία μέρα, τ’ν Κυριακή τ’ Πάσχα, δεν άφ’ναμαν για άλλη μέρα. Ε, βάσταγε λίγο μέχρι τ’ν άλλη τ’ μέρα, τ’ Δευτέρα τ’ς Λαμπρή, αλλά τότε έπρεπε να το φάμε όλο.

Ο κάθε ν’κοκύρ’ς ήξερε κι έσφαζε. Ε, άμα ήταν και κάνας π’ δεν ήξερε, πάαινε κάνας άλλος να σφάξει.

Έτσι πάαινα κι εγώ κι έσφαζα σ’ όλο το χωριό. Ξεπατώνομαν κάθε Λαμπρή. Έπαιρνα τα τομάρια (δέρματα), τότε τά ’παιρναν οι εμπόροι. Αγόραζαν τομάρια όχι μαναχά από πράματα, αλλά κι από αλεπές, από ασβούδια (ασβούς).

Τώρα πάν’ αυτά. Δεν παίρει κανένας τίποτα…».

«Χριστός ανέστη» αντί για «καλημέρα»!


Ο πασχάλιος χαιρετισμός κυριαρχούσε την εβδομάδα της Διακαινησίμου, δηλ. μέχρι την Κυριακή του Θωμά.

«Εμείς τότε που ’μασταν παιδιά είχαμαν σέβαση και στ’ς μεγαλύτερους. Άμα είχαν οι μεγάλοι κ’βέντα, αναμέραγαμαν (φεύγαμε) εμείς, δε μας άφ’ναν εκεί. Κι άμα κάθομασταν εκεί, γύρα στο τζιάκι, δεν έβγαναμαν άχνα!

Σέβομασταν πολύ και τ’ θρησκεία, μας ορμήνευαν (συμβούλευαν) οι γονέοι μας και οι παππ’λάδες, οι γιαγιάδες μας, όλοι.

Εμείς έκαναμαν το σταυρό μας μπροστά απ’ το φαΐ. Δε μάλαζαμαν (αγγίζαμε) ούτε χαψιά άμα δεν έκαναμαν σταυρό! Άμα πέραγαν 10-20 μέρες και δεν έρθονταν άνθρωπος στο σπίτι μας να κάμει σταυρό (να φάει), αυτό τού ’χαμαν σε κακό!

Τώρα δεν κάνει κα’ένας σταυρό! Τσιουγκράν’ μαναχά τα ποτήρια με το κρασί…

Και να σε δει κάνας να κάν’ς το σταυρό τότε π’ τρως, σε κοραϊδεύει…

Τι έλεγα… Από τότε π’ ακούονταν το “Χριστός ανέστη”, τ’ς 12 η ώρα το Μέγα Σαββάτο, μέχρι και τ’ν Κυριακή τ’ Θωμά, όλη τ’ Λαμπροβδομάδα (Διακαινήσιμο) αντίς για καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα, έλεγαμαν “Χριστός ανέστη”. Μ’κροί, μεγάλοι αυτό έλεγαν. Άμα δεν έλεγαν οι μεγάλοι, δε θα νά ’λεγαν κι οι μ’κροί.

Μας είχαν μαθ’μένα εμάς τα παιδιά, να λέμε “Χριστός ανέστη”.

Τώρα… Άφ’ το τι γένεται… Ακόμα και τ’ν Κυριακή τ’ Πάσχα, “καλημέρα” λένε οι περισσότεροι, ιδίως οι νέοι».

Τ’ αυγά… γένονταν καναβά!


Τα κόκκινα αυγά είναι το σήμα κατατεθέν του Πάσχα. Παλιά όμως τι γινόταν;

«Δεν είχαν μπογιές ειδικές για τ’ αυγά. Αλλά κι αυγά πού να τα βρεις…

Τά ’βαφαν οι ν’κοκυρές μ’ ό,τι βαφή είχαν! Τα βάφαμαν και με μπογιές πο’ ’βαφαν τα ρούχα! Γένονταν τα αυγά… όρκος (πολύ βρόμικα)! Πασαλείφονταν κι ο κόσμος π’ τα ’πιανε αυτά τ’ αυγά! Γένονταν παρασήμειωμα!

Ούτε λάδι είχαμαν για να τ’ αλείψουμε, να γυαλίζουν. Λίγο λάδι τού ’χαμαν για το καντήλι, να φέγγει στο σπίτι, αφού δεν είχαμαν λεχτρικό.

Τα αυγά μ’ αυτές τ’ς μπογιές απ’ τα ρούχα πότ’ζαν μέχρι μέσα! Γένονταν τ’ ασπράδι κατακόκκινο! Δηλητήριο! Δε γλωσσιάζονταν (δεν μπορούσες να το φας)!

Αν είχαμαν κάνα ρούχο πο’ ’βγανε μπογιά, γιατί τα ρούχα τότε ξέβαφαν, τι να κάνουμε… Βάζαμαν το ρούχο μέσα στ’ν κατσαρόλα με τ’ αυγά, για να βάψουν!

Ή τα βράζαμαν με κρομμ’δόφυλλα. Έδεναν το κρομμ’δόφυλλο απάνω στ’ αυγό μ’ ένα σκ’νί κι έβγαινε το σχέδιο στ’ αυγό. Ή αν είχαν καμιά λεπτή κάλτσα, έβαζαν τ’ αυγό μαζί με το κρομμ’δόφ’λλο μέσα στ’ν κάλτσα για ν’ ακουμπάει απάνω και να βγαίνει το σχέδιο.

Με τα κρομμ’δόφ’λλα γένονταν καναβά τ’ αυγά, παρδαλά, μ’σοβαμμένα, πώς να σ’ το πω… Δε βάφονταν κόκκινα…

Τώρα πααίν’ς στα ζαχαροπλαστεία και γλέπ’ς ένα ντουνιά πράματα! Αυγά πράσινα, κόκκινα, κίτρινα… Καλά, τα σοκολατένια τ’ αυγά… πααίνουν βρόντος!».

Στις βλαχοκάλυβες


Ας δούμε τώρα πώς γιόρταζαν τη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι:

«Εμείς ξεχειμάζαμαν στον κάμπο, στ’ν Κατούνα (Αιτωλοακαρνανίας). Πάαιναμαν τ’ Αϊ-Δημητρηγιού και κάθομασταν μέχρι τ’ Αϊ-Κωσταντίνου.

Τ’ Λαμπρή τ’ γιορτάζαμαν εκεί, όξω, στ’ς βλαχοκάλυβες. Δεν πάαιναμαν στ’ν εκκλησιά το βράδυ, γιατί ήταν ήταν αλάργα, δυο ώρες με το ποδάρι για να πας.

Το Μέγα Σάββα αποβραδύ σφάζαμαν από ένα αρνί. Άλλα κανα-δυο οι άλλοι βλάχοι, παρέκεια. Το κάθε κονάκι είχε το θ’κό του σφαχτό. Τα ψέναμαν μαζί, το καθένα στ’ σούφλα του, αλλά τά ’ταν μαζί στ’ φωτιά.

Σ’ αποκόβω τ’ν κουβέντα, μωρέ Βασίλη… Χαίροσαν να τα ιδείς αυτά τα πράματα. Όξω να ψέν’ς, να γλεντάς…

Φκιάναμαν και σουφλιμά, κοκορέτσι, με τα μέσα. Όσο να ψητούν τ’ αρνιά, τον τρώμαν το σουφλιμά! Για να μη σ’ τρέχουν τα σάλια…

Άμα ψητεί τ’ αρνί, ανοιούν (ανοίγουν) οι πλάτες, τότε είναι για φάωμα. Να ’ναι ζεστό.

Είχαμαν κριάσι, σαλάτα, ψωμί και τυρί. Φκιάναμαν και πλαστό! Απ’ ούλα τα καλά είχαμαν! Αφού είχαμαν κήπια, φκιάναμαν και πίτες…

Πάν’ αυτά τώρα, παιδί μ’… Έφ’γε ο κόσμος… Ήταν οι στάνες στο Ξηρόμερο… Πενήντα στάνες εκεί που ’μασταν εμείς…

Οι νέοι δεν ξέρουν τίποτα άμα δε λάτρεψαν (φρόντισαν) πρόβατα… Άμα δε λατρέψεις πρατίνα, δεν ξέρ’ς τι είναι αυτήνη η δ’λειά…

Καλά, οι νιότεροι σήμερα δεν ξέρουν ούτε τα ζωντανά. Τίποτα μπιτ. Αρνί είναι; Κατσίκι; Πρατίνα; Τι είναι; Κάθονται και το τηράν’, αλλά δεν ξέρουν τι είναι… Γλέπουν μαναχά πο’ ’χει μάτια και κέρατα το ζωντανό…».

«Δώσε το μυαλό τ’ παιδιού!»


«Οι Γιαννώτες έτρωγαν πολύ αρνί, το μ’σκάρι δεν του ’ξεραν, τ’ς φαίνονταν άσκημο κριάσι, σκληρό. Τ’ αρνί οι πλούσιοι τού ’χαν καθημερ’νό, αρνί νταβά στο φούρνο με ρύζι ή με πατάτες. Οι καψο-φτωχοί δεν το ’ξεραν το κριάσι, ήταν πολύ ακριβό. Οι φτωχοί πάαιναν στ’ς χασάπ’δες κι έπαιρναν τα κόκαλα κι έφκιαναν σούπα, νόστ’μιζε λίγο, να λιγδώσει τ’ άντερό τ’ς.

Τα εντόσθια τά ’τρωγαν πολύ. “Βάλε μ’ και μια συκωταριά περίσσεια!” έλεγαν στο χασάπη, παραπανίσια δηλαδή, χώρια απ’ αυτή που ’χε τ’ αρνί.

Γιατί ήθελαν να φκιάκουν πολλά τ’ Λαμπρή. Αρνί ψημένο στο φούρνο. Πάαιναν κι έρχονταν τα τεψιά και τα σινιά. Έκαναν και κρεασόπ’τες. Έβαναν ζυγούρι στ’ν κρεασόπ’τα, κοψίδια ακέρια (ολόκληρα).

Τ’ς συκωταριές τ’ς ήθελαν να φκιάκουν κοκορέτσι. Συκώτι, πλεμόνι, σπλήνα, καρδιά, τα βάν’ς κομμάτια στ’ σούβλα και γύρα-γύρα πλέκεις τ’ν αντεριά (σύνολο εντέρων). Τ’ άντερα τ’ ανοίγαμαν μ’ ένα γυαλί, όλη τ’ν αντεριά, κι έρ’χνες αλάτι χοντρό, κομμάτια, να φύγει εκείνη η γλίτσα, γιατί ζωκόπαγαν οι αντεριές.

Θ’μάμαι μια φτωχούλα Οβριά, Φλώρα τ’ν έλεγαν, είχε ένα σωρό κοπέλες (κόρες) κι ο άντρας τ’ς ο μαύρος (δυστυχισμένος) δε δούλευε, όλο άρρωστος. Φτωχός κόσμος, παιδεμένος. Αυτή η κυρα-Φλώρα έκανε αυτή τ’ δ’λειά, καθάρ’ζε αντεριές, όξω σε κάτι μαγειριά δ’κά τ’ς. Σαν όνειρο τ’ θ’μάμαι τ’ν καψο-Φλώρα, μες στα νερά όλη μέρα με μια βρεμένη ποδιά κι ένα μαντήλι στο κεφάλι, έπλενε αντεριές, βασανίζονταν για να φάν’ οι αρχόντοι.

Φτωχοί ανθρώποι, μια κάμαρη είχαν. Σ’ αυτά τα μαγειρειά έκαναν ξενοδ’λειές, μ’ αυτά ζούσαν. Και τι έπαιρναν; Πεντάρες (υποδιαίρεση δραχμής, ευτελές ποσό)…

Ήταν καλομαθημένοι οι Γιαννιώτες. Εγώ το θ’μάμαι καλά, στα Γιάννινα γεννήθ’κα, εδώ γέρασα. Να κάτσουν οι Γιαννιώτες οι παλιοί να φέρουν γύρα τ’ σούβλα με τ’ αρνί; Μπα… Εκτός αν ήταν αρχόντοι Γιαννιώτες κι είχαν κτήματα. Είχαν το μπιστικό, το φύλακα στα κτήματα κι τ’ς έψενε αυτός τ’ αρνί, τότε τού ’θελαν αν τ’ς τό ’ψενε άλλος. Μοναχοί τ’ς δε σούβλιζαν.

Ήταν μεγάλη χαρά ν’ ανοίξουν το κεφάλι απ’ τ’ αρνί το ψημένο! Και κοίταζαν το μυαλό ποιος θα το πρωτοφάει. “Δώσε, μωρ’, το μυαλό τ’ παιδιού!”. Έλεγαν ότι άμα φάει το παιδί μυαλό… ίσια (κατευθείαν) θα πάει στο δ’κό το μυαλό και θα γένει μυαλωμένος! Τόσο μυαλό είχαν! Ε, καλά… Από μπανταλομάρες (ανοησίες) άλλο τίποτα…».

Κρέας στη μαύρη αγορά!


Οι προηγούμενες αφηγήσεις προκαλούν μελαγχολία σ’ εμάς, υπήρχαν όμως και χειρότερα στις σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας… Ευγενέστατη βιομάρτυρας θυμάται:

«Στ’ν Κατοχή πού να βρεις κριάσι… Στα χωριά είχαν τα σφαχτά τ’ς, κάτι θα έτρωγαν.

Τσουρέκια; Με τι να τα φκιάσεις; Αλεύρι πού να το βρεις… Μόνο μπομπότα (καλαμποκάλευρο)! Ζάχαρη π’θενά! Λάδι; Μπααα!

Ούτε λαμπάδες ήταν γιατί δεν είχαμαν κερί. Ποιος να ’χει μελίσσια για να βγάλει κερί… Έφκιαναν, θ’μάμαι, κάτι λαμπάδες από ξίγκι, αλλά αυτές βρόμαγαν πολύ κι έσταζαν, έλιωναν ίσια (κατευθείαν)! Ζωκοπούσε ο τόπος!

Εδώ στα Γιάννινα τότε με τον Πόλεμο δεν ηύρισκες τίποτα. Στ’ μαύρη αγορά αν ηύρισκες τίποτα.

Λεφτά δεν ήταν, ήταν τα μεσογειακά, τα μεντιτεράνεα π’ τά ’λεγαν, δεν είχαν αξία. Οι λίρες άξιζαν, ή αγγλικές ή τουρκικές. Χρυσές λίρες. Χαρτί (χαρτονόμισμα) δεν περνούσε τίποτα, ήταν άχρηστο!

Ή έκανες αλλαγή είδος με είδος. Στολίδια (κοσμήματα) χρυσά! Σταυρούς, δαχ’λίδια, καρφίτσες παλιακές για το φ’στάνι… Ραπτομηχανές ή μηχανές τ’ κρέατος (χειροκίνητες), φωνόγραφο με το χωνί… Αυτά ήταν ηδύσματα! Είδη πολυτελείας! Εμείς είχαμαν δώκει έναν… παιδικό κινηματογράφο! Παιδικό παιγνίδι… Ένα τετράγωνο κ’τί με καθρέφτες, γύριζε γύρω-γύρω, ήταν σα ρόδα οι καθρέφτες, κι όπως το φέρναμαν γύρα με τη μανιβέλα και φαίνονταν σαν έργο! Πολύ όμορφο πράμα! Το πούλησε ο μακαρίτ’ς ο πατέρας μ’ αυτό το παιγνίδι. Τό ’δωκε σε κάποιον και πήρε λίγο καλαμπόκι…

Σιτάρι δεν ήταν, τό ’παιρναν οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί. Στ’ Μακεδονία ήταν οι Βούλγαροι… κι αλών’ζαν! Η φτωχιά η Ελλάδα να θρέφει τρεις στρατούς…

Άμα ηύρισκαν τίποτα παλιά πράματα σε κανιά αποθήκη, ό,τι δεν ήθελαν οι Γερμανοί, το πήγαιναν στ’ Νομαρχία για να το μοιράσει στον κόσμο, με το δελτίο. Τόσοι νοματαίοι, τόσα δράμια! Όσο να κάν’ς μια βρασιά φαΐ!

Ξέφ’γα απ’ το Πάσχα… Τότε στ’ν Κατοχή πού να βρεις κριάσι! Κάνα κοψίδι άμα ηύρισκες, έπρεπε να το μαειρέψει η ν’κοκυρά για να φάει όλη η φαμ’λιά!

Φαΐ δεν κόταγες να πας στο φούρνο, γιατί θα σ’ τό ’κλεβαν! Πείνα μεγάλη τότε! Θ’μάμαι κάποτε στ’ν Κατοχή στείλαμαν πίτα στο φούρνο. Αλλά παραμόνευαν οι επιτήδειοι απόξω, ήξεραν τ’ όνομα τ’ καθεμιανού… Κι έλεγαν:

-Μ’ έστ’λε ο τάδες να πάρω τ’ν πίτα!

Πήγαμαν εμείς να πάρουμε τ’ν πίτα! Κι είπε ο φούρναρης:

-Τ’ν έδωκα σ’ έναν που ’ρθε κι είπε τ’ όνομά σας!

Και καλά… Πάει η πίτα, αλλά εμείς κλαίγαμαν… το σινί (μεγάλο ταψί για πίτα). Γιατί ήταν σινί μεγάλο, χαλκωματένιο, βαρύ…

Ή έκλεβαν κι οι φουρναραίοι. Έστελνες νταβά με ρύζι… τού ’βρισκες χαμ’λότερο! Ή έστελνες ένα τεψί με πέντε κοψίδια κι ηύρισκες τα τέσσερα!

Έλεγε ο φούρναρης:

-Τόσα μού ’φερες!

Αυτά γένονταν στ’ς φούρνους μέχρι το ’40. Γιατί μετά τον Πόλεμο, στ’ν Κατοχή, οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί τα επίταξαν όλα! Σπίτια, μαγαζιά, μέχρι και τ’ς φούρνους!

Γι’ αυτό, δεν ψέναμαν τίποτα, πού να εμπιστευτείς τ’ς ξένους…

Ό,τι είχαμαν, το τρώγαμαν βραστό. Αν είχες φουφού, κι αν είχες και ξύλα, γιατί κι οι χωριάτες δεν έρχονταν εδώ στα Γιάννινα να π’λήσουν ξύλα…».

«Έπεσα μες στ’ν Κατοχή και στ’ αντάρτικο…»


Όταν ήμασταν παιδιά, τα παπούτσια ήταν κάτι πραγματικά πολύτιμο. Οι γονείς μας έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας αγοράσουν ένα ζευγάρι το Πάσχα, αν και μερικές φορές μέναμε με την επιθυμία... Μάλιστα, θυμάμαι κάτι πολύ χαρακτηριστικό: Όταν πιάναμε μια πασχαλίτσα (το όμορφο έντομο με το μαυροκόκκινο χρώμα), την κρατούσαμε στα χέρια λέγοντας “Βάβω, βάβω, σύρε (πήγαινε) για παπούτσια, πέδιλα, παπούτσια”! Αν το έντομο πετούσε, θεωρούσαμε ότι όντως οι γονείς μας θα μας έκαναν αυτό το δώρο! Χρονομάρτυρας θυμάται τα δύσκολα παιδικά του χρόνια:

«Γεννήθ’κα το ’34, τ’ς 15 τ’ Μάη. Το ’41 ήμαν 7 χρονών, έπεσα μες στ’ν Κατοχή. Το ’44 βομπάρδισαν το χωριό μ’, τα Θοδώριανα (νομού Άρτας), σε δυο χόβια (φορές). Τ’ν πρώτη φορά δεν έκαμαν μεγάλη ζημιά τ’ αεροπλάνα με τ’ς βόμπες. Τ’ δεύτερη τ’ φορά έκαμαν ζημιές μεγάλες! Θ’μάμαι ήταν κάτι κοπέλες εκεί στο χωριό, άκ’σαν βαζούρα (θόρυβο) απ’ τα αεροπλάνα και μαζώχ’καν απ’κάτω απ’ τ’ν καρυά (συγκεντρώθηκαν κάτω απ’ την καρυδιά). Έπεσαν κι εκεί βόμπες δυο-τρεις! Πάν’ οι μαύρες κι άλαλες (κακότυχες) οι κοπέλες!

Φτώχεια μεγάλη τότε. Λεπτά δεν είχαμαν. Δεν ήταν μονιάδα (μονέδα, νόμισμα) ολότελα, όπως έχουμε τώρα το ευρώ. Προπόδια πού να βρεις… Έτσι τά ’λεγαμαν τα παπούτσια! Φόρεσαμαν προπόδια κι από γ’ρουνοπέτσι, γελαδοπέτσι, μ’λαροπέτσι, ό,τι ύπαρχε! Δεν ύπαρχε τίποτε! Ούτε μαγαζί, ούτε τράπεζα…

Πού τά ’ταν τα Χριστούγεννα και πού τ’ν ήταν η Λαμπρή! Πού να βρεις παπά, ψάλτη… Απ’ τ’ μια μεριά οι Γερμανοί σε σκότωναν, κι απαχπάνω (επιπλέον) σο’ ’καιγαν και το σπίτι!

Και κοντά τρώομασταν συναμεταξύ μας, με τ’ Αντάρτ’κο! Εσύ είσαι Αμίτης (του ΕΑΜ), εγώ είμαι Ζερβικός (του Ζέρβα, του ΕΔΕΣ). Δέρονταν ο κόσμος, τ’φεκιόνταν, σκοτώνονταν…

Τι γιορτή να γιορτάσουμε και τότε με τ’ αντάρτικο… Αναμπουμπούλα μεγάλη! Όπως είναι… η Ουκρανία τώρα! Είναι να γιορτάσουν Λαμπρή εκεί απάνω στ’ν Ουκρανία;

Σκόρπ’σαμαν τότε με τ’ αντάρτικο, να μην είμαστε μέσα στο χωριό, να μη μας βρουν και μας σκοτώσουν! Τότε ήγλεπες αντάρτες, ένα μπ’λούκι, και δεν ήξερες τι είναι… Δεν ήξερες… από ποιο κόμμα είναι! Τι να τ’ς πεις… Οι Αμίτες λέονταν “συναγωνιστές”. Αυτ’νούς τ’ς ξεχώρ’ζαμαν λίγο, γιατί είχαν και κοπέλες, συναγωνίστριες. Οι Εδεσίτες δεν είχαν γ’ναίκες.

Μαύρη κι άλαλη η ζωή! Ακούς παπούτσια… Δεν είχαμαν να φάμε… Είδος μ’ είδος γένονταν η δ’λειά! Άμα είχε ένας φασούλια, κάτι άλλο θα τό ’δωνε ο άλλος για να τ’ δώκει τα φασούλια. Λεπτό δεν ήγλεπες π’θενά!».

***

Η ζωή μας πλέον αλλάζει με καταιγιστικούς ρυθμούς, πολύ περισσότερο τα έθιμα. Κανείς δεν ξέρει τι άλλο θα δούμε στο μέλλον…

Πέρυσι, τη βραδιά της Ανάστασης, την ώρα που βγαίναμε ψάλλοντας από την εκκλησία του χωριού μου, κάτι περίεργο εμφανίστηκε πάνω απ’ τα κεφάλια μας…

«Ούι! Τι είν’ ετούτο;!! Σαν πυροστιά στον ουρανό! Και τι βαζούρα κάνει…», «Αλικόφτερο!», «Έχει άνθρωπο αυτό μέσα;», αναρωτιούνταν φωναχτά οι συγχωριανοί μου…

Τι ήταν; Ένα drone που είχε ένας νεαρός συντοπίτης για να αναρτήσει το βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα ώστε να το δουν και όσοι δεν μπόρεσαν να είναι μαζί μας!

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια).

Email: [email protected]

LinkedIn: Vasilis Malisiovas

Πηγή: maxitisartas.gr

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.