ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Πόσο «σύγχρονο» είναι το εκπαιδευτικό μας σύστημα;

 

Είναι διαδεδομένη στην κοινή γνώμη μια παραδοχή, που, παρότι ακούγεται στερεότυπη, απηχεί την πραγματικότητα όσο λίγες. Με αυτήν και αρχίζω. Βάση της κάθε κοινωνίας, λοιπόν, είναι το εκπαιδευτικό της σύστημα, βάση με διαστάσεις τόσο ηθικές, αξιακές, κοινωνικές όσο και παραγωγικές. Η κυρίαρχη νοοτροπία, η κουλτούρα, ο επαγγελματικός προσανατολισμός, η πολιτική και κοινωνική διαπαιδαγώγηση εκπορεύονται από το εκπαιδευτικό σύστημα.

Για χρόνια η διαπίστωση αυτή ήταν κυρίως συνδεδεμένη με τον σκοπό της διασφάλισης της σταθερότητας και της εξοικείωσης των νέων με το προγονικό παρελθόν. Με τον τρόπο αυτόν διαμορφωνόταν μια πολιτισμική και, από τον 19ο αιώνα και εξής, μια εθνική ταυτότητα ως δεσμός συνοχής μεταξύ των μελών ενός κοινωνικού συνόλου. Καθώς οι εξελίξεις των κοινωνιών είχαν ρυθμό τέτοιο που το εκάστοτε κεντρικά οργανωμένο εκπαιδευτικό οικοδόμημα τις προλάβαινε -ή και προλάμβανε- αυτή η μορφή του εκπαιδευτικού συστήματος ήταν εκ του αποτελέσματος επιτυχημένη, έφερε σε πέρας τον σκοπό για τον οποίο είχε δημιουργηθεί.

Ωστόσο, σήμερα οι ρυθμοί αυτοί της καθημερινότητας έχουν αλλάξει. Στη σημερινή εποχή, με τις διαρκείς αλλαγές στη φυσιογνωμία των τοπικών κοινωνιών, με την ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε τεράστιες δεξαμενές πληροφορίας, με την καταιγιστική πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας να καθιστούν διαρκώς στραμμένο το βλέμμα των ανθρώπων προς το μέλλον και με νέες ευαισθησίες και ήθη να διαμορφώνονται, δύσκολα μπορεί να προσαρμοστεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα που έχει ως κύριο μέλημα τη διασφάλιση της σταθερότητας και έχει μάθει να λειτουργεί κυρίως ως χαλινάρι.

Συνεχίζω με μια δεύτερη διαπίστωση, υποκειμενική στη βάση της, που υποθέτω όμως ότι τεκμαίρεται. Το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί μια επένδυση χρημάτων, χρόνου και πολιτικής στην παραγωγή ικανού ανθρώπινου δυναμικού. Για να είναι αποδοτική, λοιπόν, αυτή η επένδυση πρέπει να είναι και ελκυστική. Και ελκυστικό είναι ό,τι απηχεί το παρόν και προετοιμάζει, θέτοντας τις βάσεις, για το μέλλον. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα συνοδεύεται από τάσεις αδιαφορίας των μαθητών που μετατρέπονται σε τάσεις φυγής, ειδικά προς το τέλος της σχολικής χρονιάς. Συχνά προκαλεί στους μαθητές των τελευταίων κυρίως τάξεων συναισθήματα φόβου και άγχους ή ανασφάλειας για τις ικανότητές τους, καθώς είναι σχεδόν αποκλειστικά συνδεδεμένο με τις εξετάσεις. Και, κακά τα ψέματα, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ένα σύστημα προσανατολισμένο στις εξετάσεις μπορεί να είναι ελκυστικό.

Δεν ισχυρίζομαι ότι το πρόβλημα είναι οι εξετάσεις. Είναι απαραίτητες σε ένα σύστημα το οποίο οφείλει να έχει στον πυρήνα του την αξιοκρατία. Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα νοσεί, καθώς δεν μπόρεσε να εξελιχθεί παράλληλα με τις εξελίξεις -και τις ανάγκες- της κοινωνίας. Δυσκολεύεται να ακολουθήσει τις κοινωνικές αλλαγές και να προκαλέσει το ενδιαφέρον των νέων, ενώ ταυτόχρονα ο βαθύς του εξετασιοκεντρισμός το καθιστά απωθητικό -οι μαθητές σε μεγάλο βαθμό πηγαίνουν σχολείο επειδή «πρέπει».

Η φετινή χρονιά ήταν ένα στοίχημα για το αρμόδιο Υπουργείο. Μετά από δύο χρόνια πρωτόγνωρων εκπαιδευτικών συνθηκών που φρέναραν την κοινωνική και μαθησιακή πρόοδο των παιδιών, τη φετινή, ιδιαίτερη και αυτή, χρονιά πρώτιστο μέλημα έπρεπε να ήταν η ομαλή επανένταξη των μαθητών. Το σχολείο έπρεπε να ξανακερδίσει το ενδιαφέρον και την αγάπη τους. Νομίζω ότι η αποτυχία είναι παταγώδης.

Θα αναφερθώ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συγκεκριμένα στο Λύκειο. Η εξεταστέα ύλη ήταν υπέρογκη, χαοτική, έμοιαζε πολλές φορές με σύνολο ατάκτως ερριμμένων πληροφοριών με εξαιρετικά χαλαρή συνοχή (για παράδειγμα στην Ιστορία της Α’ Λυκείου τα παιδιά κάνουν έναν εντυπωσιακό όσο και υποχρεωτικό αγώνα ταχύτητας στους αιώνες με βατήρα εκκίνησης την Αίγυπτο της 3ης χιλιετίας π.Χ. και τερματισμό τον Ιουστινιανό τον 6ο αι. μ.Χ.…). Στο πλαίσιο αυτό η εμμονή με την εφαρμογή της Τράπεζας Θεμάτων, πέρα από το ότι ήταν ένα βαρίδι και για τους καθηγητές, εξαιρετικά δυσλειτουργικό στην εφαρμογή του, επιβεβαίωσε την εδραιωμένη πεποίθηση πως το σχολείο δεν είναι τίποτα διαφορετικό από ένα εξεταστικό κέντρο.

Την ίδια στιγμή τα δύο χρόνια των αλλεπάλληλων lockdowns που οδήγησαν την εκπαιδευτική διαδικασία σε έναν ευκαιριακό, όπως φάνηκε, ψηφιακό μετασχηματισμό φαίνεται ότι δεν άφησαν πίσω τους παρά ελάχιστους καρπούς. Το σχολείο εξακολουθεί να λειτουργεί με τον απαράγωγο προσανατολισμό στην αποστήθιση και με ελάχιστη αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας. Ουσιαστικά καλλιεργεί έναν τύπο σκέψης αντίθετο από αυτόν με τον οποίο θα έπρεπε να αναπτύσσεται σήμερα η ανθρώπινη ευφυΐα. Σε μια εποχή που η πληροφορία είναι διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή, στην τσέπη κυριολεκτικά του κάθε ανθρώπου, εξακολουθούμε να επιβραβεύουμε αυτόν που αποστήθισε αυτολεξεί. Όχι αυτόν που κατανόησε, αλλά αυτόν που θυμήθηκε «τι λέει η τάδε σελίδα κάτω από τη δείνα φωτογραφία στην παράγραφο 2». Πολύ δε περισσότερο δεν επιβραβεύουμε αυτόν που σκέφτηκε, καταπνίγουμε τη δημιουργικότητα και τη φαντασία. Και αυτό είναι αποτέλεσμα του κεντρικού σχεδιασμού: το δείχνει η λογική της Τράπεζας Θεμάτων, της υπέρογκης ύλης για την οποία δεν ζητάμε από τους μαθητές να τη διαχειριστούν και να την κατανοήσουν, αλλά να τη μάθουν. Το επιβεβαιώνει και η λογική πάνω στην οποία είναι δομημένες εδώ και χρόνια οι Πανελλαδικές εξετάσεις.

Κάπου εδώ θεωρώ ότι πρέπει να τεθεί ένα ερώτημα, απλό στο περιεχόμενο που επιδέχεται μόνο ειλικρινούς απάντησης: ποιος είναι ο στόχος που θέτουμε, τι επιδιώκουμε από το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Και, κατ’ επέκταση, τι στόχο θέτουμε για την πορεία και την εξέλιξη της κοινωνίας μας; Η απάντηση σε αυτό θα καθορίσει πολλά. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θεωρώ ότι πρέπει τόσο ο τρόπος αξιολόγησης (ουσιαστικά εξέτασης) όσο και ο εξετασιοκεντρισμός να δώσουν τη θέση τους σε στοιχεία πιο συμβατά με την εποχή μας. Δεν χρειάζεται να είμαστε μηδενιστές: ήδη έχουν γίνει πράγματα και ήδη κάποια μέσα είναι διαθέσιμα. Για παράδειγμα η ψηφιακή εκδοχή, διαθέσιμη σε όλους online, των σχολικών βιβλίων δίνει συχνά ωραίες προεκτάσεις στο μάθημα και στη σκέψη των μαθητών, ενώ εύστοχη είναι και η ιδέα του εμπλουτισμού των έντυπων σχολικών εγχειριδίων με QR Codes. Βέβαια, όλα αυτά θα είναι ατελέσφορα, αν η βάση του εκπαιδευτικού συστήματος παραμείνει ασάλευτη, κοιτώντας προς το παρελθόν, αφήνοντας το μέλλον να απομακρύνεται όλο και πιο μπροστά και χάνοντας την επαφή με τις ανάγκες, τις απαιτήσεις και τα όνειρα των παιδιών. Ιδέες υπάρχουν και μάλιστα πολλές, αλλά σκοντάφτουν στον υπερβολικά συντηρητικό κεντρικό σχεδιασμό που δεν αφήνει περιθώρια για αυτενέργεια στους διδάσκοντες, πολύ δε περισσότερο στους μαθητές.

 

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τον τίτλο Σκιαμαχία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν»

 

2 αναγνώστες σχολίασαν

Συμμετοχή στην συζήτηση
  1. Πολυ σωστοι προβληματισμοι, καλε μου συναδελφε…

  2. Λίλιθ 14:16 07/06/2022

    Αντί να πάει μπροστά ,κάνει όπισθεν ολοταχώς ,έως 40-45 χρόνια

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.