ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Για τις εθνικές εκλογές και την επόμενη κυβέρνηση

Η φημολογία περί πρόωρων εκλογών (προκλήθηκε πρόσφατα από κυβερνητικές πηγές και φούντωσε με την εμπλοκή της αντιπολίτευσης στη συζήτηση) έχει πια κοπάσει. Αφού βέβαια εγκατέστησε ως ερωτήματα στην κοινή γνώμη το «ποιος θα συνεργαστεί με ποιόν μετεκλογικά», «αν θα αποφύγουμε την ακυβερνησία», «αν θα χρειαστούν δεύτερες εκλογές» και άλλα συναφή. Απορίας άξιο βέβαια είναι πως τα ερωτήματα αυτά τίθενται στον ελληνικό λαό από κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ενώ είναι του οφείλουν τις απαντήσεις οι ίδιοι. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν ξεχάσει ότι τους πληρώνουμε από τους φόρους μας για να λύνουν δικά μας προβλήματα και όχι να μας τα επιστρέφουν άλυτα, ως ερωτήματα. Είναι δική τους υποχρέωση να μην προκύψει ακυβερνησία.

Το αν ασκείται διακυβέρνηση εν γένει και από ποιους, εδώ και κάποια χρόνια, είναι μια άλλη συζήτηση, την οποία οφείλουμε στον εαυτό μας. Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα! Μιας και, ακόμα και σ’ αυτήν την πρόσφατη, άτοπη εκλογολογία οι αυτουργοί της ούτε έθεσαν, ούτε πολύ περισσότερο απάντησαν το «τι θα κάνει η όποια μετεκλογική κυβέρνηση για να ζήσουμε καλύτερα». Και να συνδέσουν με αυτή την διερεύνηση ενδεχόμενη συμμετοχή τους σε κυβέρνηση συνεργασίας. Προσοχή! Δεν αναφέρομαι ούτε σε πολυσέλιδα κομματικά κυβερνητικά προγράμματα (τα οποία, ως συνήθως, θα συνταχθούν, αλλά δεν θα τηρηθούν), ούτε σε προσχηματικές προσκλήσεις σε διάλογο (κουφών). Αναφέρομαι σε καθαρές πολιτικές απαντήσεις στα ερωτήματα όλων μας για τις συνθήκες της ζωής μας. Αυτές που παραμένουν στην, προ της εκλογολογίας, κακή κατάστασή τους.
Τι συμβαίνει γύρω μας

Η πραγματικότητα είναι εδώ και «κουνάει το δάχτυλο» στους επίδοξους γητευτές μας: ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, η πανδημία COVID είναι πάντα ενεργή, η ακρίβεια δοκιμάζει τις αντοχές των νοικοκυριών, ο πληθωρισμός ροκανίζει τις αποταμιεύσεις μας, οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού παρά την κρατική επιδότηση παραμένουν δυσβάστακτοι και το δημόσιο χρέος μας μεγαλώνει διαρκώς και έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα προ μνημονίων επίπεδα. Μοιάζει αναπόφευκτο, όποτε η χαλάρωση τερματιστεί, να βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με νέες πιέσεις για εκχώρηση δικαιωμάτων και κυριαρχίας.

Μέσα σε όλα αυτά, η Γερμανίδα Υπουργός των Εξωτερικών ήρθε να μας διαμηνύει ότι η κυβέρνησή της δεν σκοπεύει να ξοφλήσει όσα μας οφείλει. Και εμείς να της απαντήσουμε, για πολλοστή φορά, ότι μας χρωστάει, αλλά, δυστυχώς, χωρίς να κάνουμε τα αναγκαία ώστε να τα διεκδικήσουμε δικαστικά και, τελικά, να τα εισπράξουμε. Ας μην υπενθυμίσω εδώ την τουρκική απειλή, επειδή απλούστατα δεν έχει συγκυριακό, αλλά μόνιμο χαρακτήρα. Και την οποία καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε με τις δικές μας δυνάμεις, αν θέλουμε να επιβιώσουμε ως έθνος.

Είναι προφανές ότι «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας». Όσες δικαιολογίες και αν επικαλείται η σημερινή κυβέρνηση, βάσιμες και αβάσιμες, όσο και αν η ρητορική της αυτή αναπαράγεται από το συναλλασσόμενο μαζί της ολιγοπώλιο των εγχώριων ΜΜΕ και άλλων κύκλων του κατεστημένου μας, καταλαβαίνουμε όλοι ότι αδυνατεί να αντιστρέψει την αρνητική τροπή των πραγμάτων. Αυτή η κυβερνητική αδυναμία δεν αποτελεί βέβαια τεκμήριο δυνατότητας άλλων. Ιδιαιτέρως όσων δοκιμάστηκαν ακριβώς πριν, «τα έκαναν ρόιδο» και σήμερα περιορίζονται στην, αιτιολογημένα ανηλεή, κριτική της κυβέρνησης. Χωρίς να μας κάνουν λιανά τι διαφορετικό/καλύτερο θα έκαναν αν έρχονταν ξανά στα πράγματα.
Το διαφορετικό που χρειαζόμαστε

Εφ’ όσον (κάπως) έτσι έχουν τα πράγματα, ας τα δούμε με άλλο μάτι, μπας και αποφύγουμε τα χειρότερα. Αντί να σπαταλάμε σκέψη, χρόνο και ενέργεια παρακολουθώντας παίγνια των κομμάτων μας εν ου παικτοίς, ας τους διαμηνύσουμε ρητά την δική μας επιθυμία. Και ας διαμηνύσουμε στην επόμενη κυβέρνηση, όποια και αν είναι αυτή, ότι θέλουμε να κάνει τρία πράγματα.

  1. Να επαναφέρει τις σχέσεις Ελλάδας- Γερμανίας σε εταιρική βάση. Η εξόφληση των οφειλών προς την Ελλάδα και η αναβίωση του προγράμματος εξαγωγών ελληνικής ηλιακής ενέργειας στην Γερμανία είναι τα δυο βασικά θέματα αυτής της επανατοποθέτησης.
  2. Να ζητήσει την στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ένα δεκαετές ρεαλιστικό πρόγραμμα παραγωγικής μας ανασυγκρότησης με βάση δημόσιες επενδύσεις στην υποκατάσταση του φυσικού αερίου από ήπιες μορφές  ενέργειας και την παραγωγική εκμετάλλευση των σκουπιδιών.
  3. Να αποκαταστήσει την αντιπροσώπευση. Με πάγιο εκλογικό σύστημα με 200 μονοεδρικές και 100 έδρες επικρατείας με «άδολη και ανόθευτη» απλή αναλογική και ορισμένη σειρά προτίμησης των υποψηφίων και επαναφορά της νομοθετικής πρωτοβουλίας από το γραφείο πρωθυπουργού στην κυβέρνηση και από την κυβέρνηση στην Βουλή.

Θεωρώ πολύ δύσκολο η όποια κυβέρνηση να «σπάσει αυγά» στα τρία βασικά μέτωπα που προανάφερα. Μεγάλο μέρος των «αντιπροσώπων» μας έχει ήδη παραδοθεί σε εταίρους προστάτες και εγχώριους συμπαίκτες και δεν μπορεί πια να διεκδικήσει για τον εαυτό του ρόλο έγκυρου συνομιλητή από θέση θεματοφύλακα εθνικού και δημοσίου συμφέροντος.

Ασφαλώς η επόμενη διακυβέρνηση οφείλει να αντιμετωπίσει πολύ περισσότερα θέματα: η διαμόρφωση σχολικών προγραμμάτων σπουδών και ο σχεδιασμός Δημόσιας Διοίκησης με στελέχη διαχειριστικής επάρκειας και συνείδησης της υποχρέωσής τους να εξυπηρετούν τον πολίτη είναι δυο ζητούμενα από αυτά. Θεωρητικά μάλιστα, θα μπορούσαν τα δυο αυτά να περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της όποιας επόμενης κυβέρνησης, είτε μονοκομματικής, είτε συνεργασίας. Αλλά αν αυτά δεν βασίζονται σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της εθνικής  και λαϊκής κυριαρχίας  δεν πρόκειται ούτε να εμπνεύσουν, ούτε, τελικά, να αποδώσουν.

Για το πως λοιπόν μπορούμε να προωθήσουμε αυτό το διαφορετικό που χρειαζόμαστε και δεν προσφέρουν οι διεκδικούντες την ψήφο μας, αναλυτικότερες σκέψεις σύντομα. Μέχρι τότε… καλό μήνα!

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.