ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η κυβερνητική παράταξη υπεύθυνη για το τέλος της…

Το επικεφαλής της κυβέρνησης κόμμα πάσχει, αυτό είναι εύκολο να το διακρίνει κανείς με μια γρήγορη ματιά. Πάσχει από κρίση προσώπων, τόσο όσον αφορά το κοινοβουλευτικό δυναμικό, όσο και το στελεχιακό του, το κομματικό δυναμικό. Καθημερινά το κυβερνητικό «έργο» υποστηρίζεται στους διάφορους δέκτες μας από άτομα υστεριάζοντα, φαιδρά, ελλιπούς γνωστικού υποβάθρου και – σε μεγάλο βαθμό- κοινωνικά ακατέργαστα. Από πολιτικάντηδες που αγνοούν τους στοιχειώδεις κανόνες διαλεκτικής συμπεριφοράς. Από ανθρώπους που, αδυνατώντας να αρθρώσουν ένα στοιχειώδες επιχείρημα, επενδύουν στην πρόκληση ως μέσο ανάδειξής τους.

Δε χρειάζεται κάποιος να επιχειρήσει τη σύγκριση, όσο και αν αυτή είναι αναπόφευκτη, με την εποχή που στην παράταξη της κεντροδεξίας δραστηριοποιούνταν ο Κανελλόπουλος, ο Αβέρωφ, ο Τσάτσος, άνθρωποι με αναγνωρισμένο επιστημονικό κύρος και με πνευματικές αναζητήσεις, στα πρόσωπα των οποίων οι οπαδοί έβρισκαν έμπνευση και οι πολιτικοί αντίπαλοι κίνητρο για γόνιμη αντιπαράθεση. Ακόμα όμως και στο πρόσφατο παρελθόν, αυτό της περιόδου του Καραμανλή του Β’ του άλαλου, το επίπεδο των στελεχών ήταν αυτονόητα συντριπτικά ανώτερο από το παρόν. Όσο και αν διαφωνεί κανείς με την πολιτική που ασκήθηκε, όσο και αν προσμετρήσει κανείς τα σκάνδαλα που έλαβαν χώρα και τις αποφάσεις που πάρθηκαν κατά την περίοδο αυτή, είναι κοινώς αποδεκτό ότι τουλάχιστον στην πολιτική ζωή διατηρήθηκε μία αστική ευπρέπεια ή έστω η πρόφαση αυτής. Για να μην παρεξηγηθώ, η προσέγγιση μένει αυστηρά στο «φαίνεσθαι». Η υστερία, οι καφενειακού επιπέδου διαπληκτισμοί και η προκλητική χυδαιολογία του σήμερα μίλια απέχει από την περίοδο εκείνη.

Για αυτήν τη σταδιακή μετατροπή του κόμματος στο οποίο προεδρεύει σήμερα ο κ. Σαμαράς σε τερατούργημα οι ευθύνες είναι πολλές. Κάποιες σαφείς, κάποιες λανθάνουσες, κάποιες προσχεδιασμένες και άλλες που απλά προέκυψαν τυχαία. Πάνω από όλα όμως είναι θέμα ελλιπούς παιδείας του στελεχιακού δυναμικού του κόμματος, το οποίο τελεολογικά, σύμφωνα πάντα με τα κριτήρια των ηγετών του κόμματος, κάποια στιγμή θα «έβγαινε μπροστά». Για δεκαετίες η παράταξη επένδυσε στο πρόταγμα του life-style, των μπουζουκιών και της υποκουλτούρας, αδιαφορώντας για οτιδήποτε ασκεί την πολιτική και πνευματική επάρκεια. Στον πολιτικό διάλογο κυριάρχησαν (κάτι εμφανές στους δέκτες όλων μας) οι εξυπναδίστικοι αφορισμοί μίας γενιάς που παράτησε το βιβλίο ως το μέσο περάτωσης των σπουδών, για να προτιμήσει τις δημόσιες σχέσεις, ως τρόπο «πολιτικών ζυμώσεων» αλλά και «ακαδημαϊκής πορείας». Από τα στέκια της οχλαγωγίας, όπου την κενότητα των διαλόγων ή ακόμα και την ανυπαρξία τους κάλυπτε ως ιδανικό περιτύλιγμα ο εκκωφαντικός ήχος, δεν θα μπορούσε να προκύψει, φυσικά, πολιτική ωριμότητα. Οι πολιτικοί και οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί ήταν ανύπαρκτοι, ενώ όποιος τολμούσε να αναφερθεί σε αυτούς περιχαρακωνόταν σε μία εξωομάδα «γραφικών» που τολμούσαν να ταράσσουν τη γαλήνη της διανοητικής κενότητας.

Με αυτό το υλικό λοιπόν είναι λογικό οι μόνοι προβληματισμοί που απασχόλησαν τον τελευταίο καιρό τους ενορχηστρωτές της «πολιτικής» του κυρίως κεντροδεξιού κόμματος να είναι καθαρά διαχειριστικοί. Στόχος ήταν η ανάδειξη στην κορυφή της κομματικής ιεραρχίας ανθρώπων προθύμων να «ακούσουν», να «δεχτούν», να συμβιβαστούν και με καμία διάθεση να αντιπροτείνουν ή ακόμα και να συγκρουστούν στη βάση ενός γόνιμου πολιτικού διαλόγου. Αυτό άλλωστε είναι εύκολο να το επαληθεύσει κανείς, αν αναρωτηθεί ποια πρόταση έχει ακουστεί τα τελευταία χρόνια από τον εν λόγω πολιτικό χώρο η οποία να μην έχει αμιγώς διαχειριστικό χαρακτήρα. Σε αυτή την προσπάθεια για εσωκομματική κυριαρχία λοιπόν περιθώριο για προτάσεις ουσιαστικές δεν υπάρχει. Η λογική του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ», μιας λογικής τις καταβολές της οποίας ανακαλύπτει κανείς στην εποχή των κομματανθρώπων του 1980, επικράτησε απόλυτα, ενώ χώρος για προβολή και ανάδειξη υπήρξε μόνο για τα παιδιά του κομματικού σωλήνα. Άνθρωποι άλλωστε του ακαδημαϊκού χώρου αλλά και της καλώς εννοούμενης αγοράς είτε περιχαρακώθηκαν, είτε αποχώρησαν οικειοθελώς, ανίκανοι να διαχειριστούν τη φαυλοκρατία.

Με την επικράτηση αυτών των συνθηκών λοιπόν, η απόλυτη άλωση του χώρου από υστερικούς επαίτες της τηλεπροβολής επήλθε τώρα, την τελευταία τριετία, τελείως φυσικά. Η εξήγηση είναι απλή: στο υπόστρωμα αυτό καλλιεργήθηκε τέτοιας μορφής «πολιτικό προσωπικό» και η συγκυρία φαντάζει ιδανική, καθώς, για να υποστηριχτεί μια τέτοια «πολιτική», εκλείπουν τα επιχειρήματα. Χρειάζεται υστερία, έπαρση, αλαζονεία. Ήρθε λοιπόν η ώρα να εφαρμοστεί ό,τι τόσα χρόνια «διδάχτηκε» το εν λόγω στελεχιακό δυναμικό.

Αυτή η επικράτηση των «μηδενικών» είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα επιλογής. Επειδή όμως ο κόσμος της κεντροδεξιάς έχει γαλουχηθεί με άλλες αξίες και ιδανικά επί σειρά ετών, ας μην φανεί παράδοξο το γεγονός ότι απομακρύνεται από τον υποτιθέμενο εκφραστή των ιδεών του. Η ιστορική στιγμή έχει μάλλον φτάσει και για αυτήν είναι υπεύθυνο το κόμμα που χάραξε την πορεία αυτή. Ο πολιτικός θάνατος του μορφώματος του κ. Σαμαρά είναι κοντά. Και αυτό είναι θετικό για την κοινωνία και τη χώρα συνολικά. Γιατί ίσως στα συντρίμμια της υστερίας και της πολιτικής κενότητας προκύψει κάτι νέο, άφθαρτο και συγκροτημένο.

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.