ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ο χρόνος τρέχει, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο για όλους

Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο υποκειμενική είναι η αίσθηση του χρόνου. Σκεφτείτε το. Αν θέσετε στον περίγυρό σας απλές ερωτήσεις με αυτό το ζητούμενο, οι απαντήσεις που θα πάρετε θα έχουν εντυπωσιακές αποκλίσεις.

Αλήθεια, πόσος καιρός έχει περάσει από την Ολυμπιάδα της Αθήνας; Πολύς ή λίγος; Από το αλησμόνητο διάγγελμα του επίσης αλησμόνητου Παπανδρέου του νεώτερου; Από το φρικτό ναυάγιο του Norman Atlantic; Από την ανάληψη της εξουσίας από το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τους ΑΝ.ΕΛ. και το ιστορικά συμβατικό σημείο μηδέν της μεταπολίτευσης; Πολύς ή λίγος; Αυθαίρετο το ερώτημα. Πολύς ή λίγος σε σχέση με τι;

Η σχετικότητα του χρόνου λοιπόν, ή μάλλον καλύτερα της χρονικής διάρκειας, εδράζεται σε πολλές και ποικίλες παραμέτρους, κυρίως αποκλίνουσες από άνθρωπο σε άνθρωπο και από εποχή σε εποχή. Έχει να κάνει με τις προσδοκίες, την προσμονή ή όχι ενός αποτελέσματος, την ποιότητα της καθημερινότητας, την ευχαρίστηση που αποφέρει ή τη δυσφορία που προκαλεί η εκάστοτε χρονική περίοδος. Έχει να κάνει, όμως, κυρίως με το τι θέτει ο καθένας από εμάς ως αρχή της μέτρησης και το πού τοποθετεί το τέλος της. Ή πού επιθυμεί να το θέσει. Και αυτό απορρέει από τη δυνατότητα που του δίνει η ίδια του η καθημερινότητα να περιμένει. Ή δεν του δίνει.

Αυτό που είναι επίσης γεγονός είναι πως, παρά το διαδεδομένο κλισέ περί της «ιστορίας που πάντα επαναλαμβάνεται», ο καθένας από εμάς προσλαμβάνει τη βιωμένη πραγματικότητα ως γεγονός μοναδικό. Και αυτό είναι λογικό. Η πραγματικότητα είναι όντως μοναδική κάθε φορά και δημιουργεί προσμονές, ελπίδες ή απογοητεύσεις που βασίζονται στο «τώρα», το «σήμερα» και δημιουργούν την ελπίδα για το «αύριο». Και ένα μόνιμο λάθος που κάνουν οι εξωτερικοί παρατηρητές είναι ότι επιδιώκουν να αποκρυσταλλώσουν μια σφαιρική άποψη για μια χρονική περίοδο ή στιγμή με τη διαδικασία της σύγκρισης. Μόνο που ο κόσμος αδιαφορεί (χωρίς να σημαίνει ότι ταυτόχρονα το απαξιώνει) για το παρελθόν, όταν βιώνει προβλήματα στο παρόν, ενώ δε γνωρίζει το τι μέλλει γενέσθαι. Το αποτέλεσμα του βιωμένου παρόντος κάθε φορά θα αποτελέσει το μέτρο σύγκρισης του μέλλοντος, πάντα όμως με το βλέμμα στραμμένο στο (μελλοντικό) παρόν.

Αυτό είναι ένα λάθος φυσιολογικό μεν, μοιραίο δε πολλών όσοι είναι σε θέση να ορίζουν το παρόν. Δαπανούν πολύ χρόνο μιλώντας για το παρελθόν, ξεχνώντας ότι αυτό πέρασε και κρίθηκε –και, συνήθως, κατακρίθηκε. Το κάνουν και οι σημερινοί, ξεχνώντας ότι αυτοσυγκρίνονται με ό,τι χειρότερο έχει να θυμάται ο σύγχρονος πολίτης του ελληνικού κράτους και, άθελά τους, αυτοϋπονομεύονται. Διαλαλούν και το όραμά τους για το μέλλον –άμεσο μεν, μέλλον δε-, ξεχνώντας ότι την καλή τους πρόθεση ο κόσμος την αναγνώρισε και την εμπιστεύτηκε πολύ πρόσφατα, με την ελπίδα να μην διαψευστεί για ακόμα μια φορά. Και από τα πολλά μέτωπα που μένουν ανοικτά και πλήττουν την κοινωνία, φαίνεται να παρασύρονται και να μένουν προσκολλημένοι στο εξής ένα, αυτό της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους (πόσο αρνητικά έχει πλέον χρωματιστεί αυτός ο όρος στο θυμικό του κόσμου) και να παραμελούν ή να θέτουν ως εξαρτώμενα από τη διαπραγμάτευση όλα τα υπόλοιπα, τα οποία αποτελούν όμως και τη βιωμένη πραγματικότητα, το «παρόν» της κοινωνίας.

Μπορεί η παρούσα συγκυβέρνηση να έχει ζωή μόλις τριών μηνών, ωστόσο αυτοί οι τρεις μήνες δεν προσλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο από όλη την κοινωνία. Μπορεί οι κυβερνώντες να βλέπουν το χρόνο να τρέχει –και είναι λογικό. Οι άστεγοι, οι άνεργοι, οι οικονομικά αδύναμοι, οι άρρωστοι που αντιμετωπίζουν καθημερινά τις συντετριμμένες από τους προηγουμένους υποδομές υγείας και πολλές άλλες κατηγορίες πολιτών όμως βιώνουν το τρίμηνο αυτό «παρόν» όπως και τα προηγούμενα χρόνια. Αργά και βασανιστικά. Τίποτα δεν έχει αλλάξει στην καθημερινότητά τους. Μέσα λοιπόν σε αυτόν τον πολυμέτωπο αγώνα που δίνει η «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας», όπως αποκλήθηκε, για να δώσει συμβολικά υπόσταση στην επιθυμία του κόσμου να ελπίζει, οφείλει να μην ξεχνάει το σκοπό της, την κοινωνία. Και πρέπει να αντιληφθεί ότι έχει δημιουργηθεί μια νέα πολιτική αντίληψη και νοοτροπία, μια νέα στάση ζωής, η οποία θα συγχωρέσει τυχόντα «ατυχήματα» στη διαπραγμάτευση, αρκεί να δει μια –μικρή έστω- ποιοτική βελτίωση στην καθημερινότητά της.

Πρώτιστη πολιτική επιλογή είναι κάθε φορά το «παρόν», στο οποίο θα χτιστεί το μέλλον. Και, ανεξάρτητα από το τι θα γίνει στις Βρυξέλλες και στα επόμενα, «κρίσιμα» πάντα, Eurogroup και στις συνομιλίες με «θεσμούς και πιστωτές», το βλέμμα πρέπει να στραφεί στην κοινωνία. Στα πιο αδύναμα μέλη της. Να αλαφρύνει το «παρόν» τους, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο «μέλλον» τους.

 

*Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.