ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Πέντε μήνες (και πέντε χρόνια) που μάθαμε πολλά…

Πέρασε μια περίοδος (για να ανοίξει μια νέα;) τεράστιας αβεβαιότητας για τη χώρα, η οποία δικαίως χαρακτηρίστηκε «ιστορική», ακόμα και αν δεχτούμε τη διαχρονικά υποκειμενική τάση του ανθρώπου να αισθάνεται τη συγχρονία στην οποία ζει ως λίαν σημαντική για το ρου της ιστορίας.  Μια περίοδος γεμάτη ένταση, συγκίνηση, πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση –θέλω να πιστεύω γόνιμη, καθώς οι ιαχές περί «διχασμού» αποδείχθηκαν περίτρανα κενολογίες. Μια περίοδος που έληξε, ωστόσο, με ένα έντονο αίσθημα απογοήτευσης και σαστιμάρας.

Όσο όμως και αν αφήνει μια πικρή γεύση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι σε αυτούς τους 5 μήνες –και τα 5 χρόνια…- μάθαμε πολλά. Και κυρίως σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες του ελληνικού κράτους, τις προοπτικές και την ιδιαίτερη φύση της –αλλοτριωμένης- Ε.Ε., αλλά και αυτήν τη θέση της δημοκρατίας στις μέρες μας. Της δημοκρατίας ως αιτήματος της κοινωνίας και όχι ως συνθήματος των κάθε λογής πολιτικάντηδων και τηλεσχολιαστών. Και, επειδή η γνώση είναι δύναμη, βγήκαμε τουλάχιστον πιο δυνατοί. Μακροπρόθεσμα όμως.

Αναφορικά με το ελληνικό κράτος, φάνηκαν σε απόλυτη διαύγεια οι δυνατότητές  του. Η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ΑΝ.ΕΛ. την «ίδρωσε τη φανέλα», αυτό λίγοι μπορούν να το αρνηθούν. Οι όποιες ενστάσεις που έχουν βάση ιδεολογική είναι απόλυτα θεμιτές και γόνιμες στο διάλογο. Άλλες που βασίζονται σε ιδεοληψίες και κομματικής βάσης φανατισμό στερούνται σοβαρότητας. Αυτές όμως οι ενστάσεις που είναι εξίσου γόνιμες με τις πρώτες, ή και γονιμότερες, δεδομένου ότι η κοινωνία θέτει τα εποικοδομήματά της σε μια συγκεκριμένη βάση, είναι όσες αφορούν την πρακτική διαπραγμάτευσης. Θέμα πολυσυζητημένο και καθόλου διασαφηνισμένο. Πάντως, ακόμα και με αυτά τα λάθη που έγιναν, μπορούμε πλέον να αντιληφθούμε ότι κάποιοι μύθοι γκρεμίστηκαν οριστικά. Μια χώρα που αντιμετωπίζει προβλήματα πάσης φύσεως είναι καλό να γνωρίζει ότι θα τα διαχειριστεί κυρίως μόνη της. Όταν η κοινωνία επενδύσει σε μεσσίες, τότε οφείλει να ξέρει ότι θα κληθεί να «πληρώσει τα σπασμένα», καθώς η έλευση του Μεσσία δεν έρχεται κατόπιν παραγγελίας. Έτσι, καλό είναι το ότι διαψεύστηκαν όσοι περίμεναν ότι «θα μας σώσει» η Ρωσία, η Κίνα, οι Η.Π.Α. ή οποιαδήποτε άλλη μελλοντική και απευκταία λυκοσυμμαχία. Γκρεμίστηκαν και οι βλέψεις όλων όσοι πιστεύουν ότι μια χώρα με το δίκιο της και τα ιδανικά της μπορεί να εναντιωθεί και να νικήσει σε ευθεία αντιπαράθεση τα μεγαθήρια της «οικονομικής ορθοδοξίας». Πόσο μάλλον όταν σε κάθε ευκαιρία ξορκίζει ως δαίμονα οποιαδήποτε εναλλακτική επιλογή εκ των προτέρων. Όταν αντιπαρατίθεσαι σε ισχυρότερους αντιπάλους από εσένα, έχοντας επιλέξει και επεξεργαστεί μια και μόνο στρατηγική, πρέπει να ξέρεις ότι εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Σκληρές ήττες όμως ναι. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μάθαμε πως «καλές» λύσεις εντός ευρωζώνης επίσης δεν υπάρχουν, καθώς η αλληλεγγύη των χωρών μελών της Ε.Ε. μάλλον είναι όρος υπό εξαφάνιση.

Η ελληνική κυβέρνηση είχε απέναντί της έναν συντεταγμένο και αποφασισμένο πολιτικό αντίπαλο, τον οποίο καλό είναι πλέον να πάψουμε να αντιλαμβανόμαστε ως «εταίρο». Αποφασισμένο για λόγους πολλούς. Κυρίως όμως για να δείξει ότι η λιτότητα δε διαπραγματεύεται, ούτε ο «εξορθολογισμός» των δημοσιονομικών, ίσως και προς παραδειγματισμό άλλων πολιτών της Ε.Ε. που ενδεχομένως μελλοντικά δείξουν «απείθεια». Το ευρωπαϊκό ιδεώδες είναι και επισήμως πλέον νεκρό, η Ευρώπη των εθνών έχει μετατραπεί στη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη των τραπεζών, της αδιαλλαξίας, της ωμότητας και της πειθαρχίας. Η Ευρώπη που βασίστηκε ιδρυτικά στη σύνθεση των αντιθέσεων εξέπεσε στην Ευρώπη των τελεσιγράφων και της δημιουργίας καταστάσεων επικυριαρχίας. Η Ε.Ε. ουσιαστικά χλεύασε τη δημοκρατία και την απαξίωσε. Και μη μπορώντας να μεταβάλει τη γνώμη της κοινωνίας, αντί να τη συνυπολογίσει, προχώρησε σε δόλιες και αιφνιδιαστικές ενέργειες με σκοπό να επιβάλει τις θέσεις της. Αυτό που πολύς κόσμος παγκοσμίως κατονόμασε ως πραξικόπημα –όχι άδικα. Παραφράζοντας λίγο τον Έκο «είναι ανόητος όποιος στην εποχή της τηλεόρασης κάνει πραξικόπημα με τα όπλα». Προσθέστε εδώ και τις τράπεζες... Μάθαμε λοιπόν ότι η Ευρώπη δε «σηκώνει» την πολλή δημοκρατία.

Εντός Ελλάδας, η αλήθεια είναι ότι έγινε προσπάθεια διαχείρισης της κατάστασης από κάθε πιθανό φορέα και με κάθε πιθανό μέσο. Αυτό όμως που ουσιαστικά δοκιμάστηκε είναι ο βαθμός υπομονής, συνειδητοποίησης και αντοχής του καθενός μας ξεχωριστά. Από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου μέχρι και την τελική απόφαση για το νέο μνημόνιο στις 13 Ιουνίου πέρασε καιρός πολύς, περισσότερος από τον ημερολογιακό. Ένα διαρκές σκωτσέζικο ντους, συμφωνίες που προαναγγέλλονταν και τορπιλίζονταν, απειλητικά μηνύματα που αφορούσαν grexit, graccident, χρεωκοπία, κούρεμα, αισιόδοξα μηνύματα περί πολιτικής λύσης και πάει λέγοντας. Ουσιαστική κατάληξη το δημοψήφισμα, αποτέλεσμα επίδοσης τελεσιγράφου των εταίρων. Και μια εβδομάδα παθών, οπότε δοκιμάστηκε σε μεγάλο βαθμό η αξιοπιστία, η ποιότητα και το ήθος της ελληνικής δημοσιογραφίας (φυσικά και όχι στο σύνολό της, αλλά στο επίπεδο των κυρίως προβεβλημένων λειτουργών της), αφήνοντας, ελπίζω όχι ανεξίτηλα, σημάδια της κοινωνικής απαξίωσης προς αυτούς. Δοκιμάστηκε και ο βαθμός συνοχής της ελληνικής κοινωνίας και αυτό είναι το αισιόδοξο. Τότε μάθαμε ότι υπάρχουν δύο Ελλάδες. Και δεν αναφέρομαι σε αυτή του «όχι» και αυτή του «ναι», αλλά σε αυτή που δέχεται τη διαφορετική άποψη και διαλέγεται μαζί της εποικοδομητικά και σε αυτή που απαξιώνει, χλευάζει, ειρωνεύεται και απειλεί. Και, ευτυχώς, η πρώτη κέρδισε εκκωφαντικά. Ο κόσμος ψήφισε σε ένα νεφελώδες, η αλήθεια είναι, δημοψήφισμα. Και έκανε το χρέος του. Το «όχι» ήταν σαφές. Ήταν ένα σαφές «δεν πάει άλλο». Και ήταν το πρώτο πανευρωπαϊκά καταγεγραμμένο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να προσμετρηθεί ως μια πρώτη νίκη του ευρωσκεπτικισμού. Το πώς αυτό διαχειρίστηκε στη συνέχεια δε βαρύνει τους πολίτες. Το χρέος τους από αυτό της κυβέρνησης είναι διακριτό. Αυτό που μάθαμε είναι ότι οι πολίτες του τόπου έχουν θάρρος και αντοχές, όσο δύσκολες και αν είναι οι συνθήκες.

Και τι γίνεται τώρα; Το σίγουρο είναι ότι η κυβέρνηση βγαίνει ζημιωμένη. Ό,τι είχε υποσχεθεί να πράξει, απλά απέτυχε να το κάνει. Η κοινωνία συντετριμμένη, καθώς έχασε μεγάλο μέρος των ελπίδων της όχι για ευμάρεια και ευκολία, αλλά για προοπτική και ουσιαστική αξιοπρέπεια. Στη μάχη αυτή που όντως δόθηκε, αλλά χάθηκε, οι απώλειες ήταν πολλές. Καλλιεργήθηκε η αίσθηση του μονοδρόμου σχετικά με το ελληνικό ζήτημα. Μόνο που «δημοκρατία» και «μονόδρομος» είναι έννοιες ασύμπτωτες. Η ίδια η δημοκρατία πληγώθηκε βαριά. Ό,τι ψήφισε ο κόσμος σε δύο (τρεις με τις ευρωεκλογές) αναμετρήσεις στην πράξη ακυρώθηκε. Και η λεγόμενη εθνική συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων είναι ένα αστείο με σύντομο, ελπίζουμε, τέλος. Και κερδίσαμε τίποτα αυτούς τους πέντε μήνες; Χειροπιαστό, όχι. Ωστόσο το ελληνικό ζήτημα διεθνοποιήθηκε και αντιμετωπίστηκε –αντιμετωπίζεται- πλέον με όρους πολιτικούς, ακαδημαϊκούς, κοινωνικούς. Και σε αυτό συνέβαλε η δυναμική διαπραγμάτευση αυτών των μηνών. Και πιστώνεται κυρίως στον Αλέξη Τσίπρα και στο Γιάνη Βαρουφάκη –τα τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Το πού θα οδηγήσουν αυτές οι ζυμώσεις που προέκυψαν μένει να το μάθουμε. Και να το διαχειριστούμε. Ο κόσμος έχει και αντοχές και θέληση. Και η τελευταία του απόκριση παραμένει το «όχι».

 

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

1 αναγνώστες σχολίασαν

Συμμετοχή στην συζήτηση
  1. ej.and 22:04 29/07/2015

    AΝ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΠΩΣ ΛΕΣ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΕΠΙΧΕΙΡΩΝΤΑΣ ΝΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΤΑ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΑ.
    ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ ΚΑΙ ΔΕΣ ΤΙ ΕΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙΟΤΕΡΑ. ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ…

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.