ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Τα «αριστερά» παραπατήματα της Παιδείας

Πορεία προς την ομαλότητα λοιπόν. Η επαναδιαπραγμάτευση είναι πλέον πίσω μας, το σκίσιμο των μνημονίων ξεθωριάζει σιγά – σιγά ακόμα και ως ανάμνηση. Άρα, αυτό που μας έμεινε πλέον είναι η ομαλότητα. Αυτήν αναζητούμε σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας και με βάση αυτήν ευελπιστούν οι πάντες να βρουν, μέσα από τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες, μια «περπατησιά» προς μια κατεύθυνση. Αυτή η ομαλότητα λοιπόν, το στοιχειώδες και το απαραίτητο, λείπει από τα ελληνικά σχολεία εδώ και αρκετά χρόνια. Μόνο που αντί να γίνονται βήματα προς την προσέγγιση έστω αυτής, αυτή φαντάζει όλο και περισσότερο ως όνειρο άπιαστο, απατηλό.

Εννιά μήνες μετά την απόφαση της κοινωνίας να γυρίσει σελίδα στην πολιτική ζωή του τόπου και μετά από ένα δημοψήφισμα, μια εκλογική αναμέτρηση και κάμποσες ελπίδες που αποδείχθηκαν – ως τώρα- φρούδες, κάτι θα πρέπει να αρχίσει να κινείται προς κάποια κατεύθυνση και μάλιστα με βήμα ταχύ. Σε αυτήν την εννεάμηνη πορεία λοιπόν της νέας και ταυτόχρονα αναβαπτισμένης κυβέρνησης της αριστεράς ο κόσμος προσπαθεί να αντιληφθεί τι διαφορετικό θα προκύψει σε επίπεδο πολιτικό, διαχειριστικό, ηθικό, κοινωνικό. Τέτοιες απορίες συσσωρεύονται και στο χώρο της σχολικής εκπαίδευσης, σε βαθμό μάλιστα που τείνει να γίνει ανησυχητικός.

Σε αυτόν το χώρο, τον, κατά το κλισέ λεγόμενο, θεμελιακό για τη δομή και τη συνοχή της κοινωνίας, δεν κινείται τίποτα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι γίνεται κάτι λάθος. Μακάρι να ήταν έτσι. Θα φανέρωνε προθέσεις και θα έδινε περιθώρια διορθώσεων και μια δυναμική αναθεώρησης της κατάστασης. Δεν φαίνεται όμως να υπάρχει καμία οργανωμένη προσπάθεια, καμία στόχευση.

Η αρχή έγινε από την πρόθεση κατάργησης της λεγόμενης «αριστείας» την περίοδο του κ. Μπαλτά. Μετά από αυτήν, κενό. Και αν αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό και με πολύ καλή διάθεση να δικαιολογηθεί, λόγω της πολύμηνης διαπραγμάτευσης, που απορρόφησε την ενέργεια της κυβέρνησης (παρόλο που το έργο της οφείλει να είναι κυρίως κοινωνικό και εκ τούτου πολυσχιδές), η μετέπειτα πορεία της δεν δίνει και πολλά περιθώρια εμπιστοσύνης προς αυτήν. Μετά τη συμφωνία της 5ης Ιουλίου ξεκίνησαν τα «ήξεις αφήξεις» και ως προς τον περιβόητο πλέον Φ.Π.Α. του 23% στην ιδιωτική παιδεία. Πρόσφατα προέκυψε το ζήτημα του μαθήματος των θρησκευτικών. Και αυτό εκ του προχείρου και ως δείκτης ριζοσπαστισμού.

Και οι τρεις αυτές κινήσεις δεν εξετάζονται με βάση ούτε το πρόσημό τους, ούτε φυσικά τις προθέσεις. Αλλά μια απορία προκύπτει: εντάσσονται σε ένα πλαίσιο πολιτικής στόχευσης; Και, αν ναι, ξέρουμε ποιο είναι αυτό; Για να μπορέσουμε να κρίνουμε, να τοποθετηθούμε. Ή απλά γίνονται ασκήσεις  αριστερόστροφου εντυπωσιασμού; Γιατί στη θεωρία πιθανόν να είναι και καλή η κατάργηση της αριστείας, ως μέτρο άμβλυνσης των διακρίσεων, στην πράξη, όμως, δεν θα αποφέρει κανένα τέτοιο αποτέλεσμα. Σε επίπεδο θεωρίας, η ιδιωτική εκπαίδευση σίγουρα έχει ταξικά χαρακτηριστικά, η ανυπαρξία όμως και η γνησίως φθίνουσα ποιοτικά πορεία της δημόσιας την καθιστούν απαραίτητη προς όλους. Και, αναφορικά με τα θρησκευτικά, είναι άδικο και λίγο αφελές να στοχοποιούνται ως μάθημα προσηλυτιστικών προθέσεων. Άλλωστε, σε μια κοινωνία που έχει μάθει να ορίζει και να αντιλαμβάνεται το «καλό» και το «κακό», το «δίκαιο» και το «άδικο», ακόμα και να προσλαμβάνει το «εγώ» σε χριστιανικό πλαίσιο, τα θρησκευτικά ελάχιστα έχουν να προσθέσουν σε αυτήν την κατάσταση.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η συνθηκολόγηση της μόνης ριζοσπαστικής δύναμης με προοπτική κυβερνησιμότητας και των παλαβιάρηδων κυβερνητικών της εταίρων, η διαφαινόμενη υποχώρηση –προς ώρας- των ευρωπαϊκών δυνάμεων που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να δημιουργήσουν νέα πολιτικά δεδομένα στην Ενωμένη Ευρώπη, δημιουργεί τη βάση πάνω στην οποία θα κινηθεί η χώρα για τρία –τουλάχιστον- έτη. Αυτήν της συρρίκνωσης του εισοδήματος, της ύφεσης, της υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου συνολικά. Σε αυτήν τη βάση θα γίνει και ο σχεδιασμός στο χώρο των δομών δημόσιας εκπαίδευσης. Γι’ αυτό χρειάζονται συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες, με σχεδιασμό, καθώς οι ασφυκτικές συνθήκες δεν αφήνουν περιθώρια για προχειρότητες, επικοινωνιακούς καιροσκοπισμούς και νεφελώματα. Η αξιοποίηση του λιμνάζοντος εκτός του φυσικού χώρου διδασκαλίας διδασκαλικού προσωπικού είναι απαραίτητη –ως αναγκαιότητα και όχι ως σύνθημα- για να αποφευχθεί η επερχόμενη κατάρρευση των δημοσίων σχολείων, τα οποία ξεμένουν από καθηγητές, δασκάλους και συντελούν πλέον στην διογκούμενη απαξίωση του σχολείου στη συνείδηση των μαθητών και στην ουσιαστική αποστροφή τους προς τη μαθησιακή διαδικασία. Ο περιορισμός του εξετασιοκεντρισμού και η ανανέωση της διδασκαλικής διαδικασίας με τρόπο τέτοιο, ώστε να ανακτηθεί το χαμένο ενδιαφέρον των μαθητών και η ουσιαστική αποσύνδεση του σχολείου από την εισαγωγή στις τριτοβάθμιες δομές εκπαίδευσης είναι στοιχεία απαραίτητα για να ξαναγίνουν τα Γυμνάσια και τα Λύκεια της χώρας έμπρακτοι πάροχοι Γενικής Παιδείας. Χρειάζονται νέα μαθήματα, νέα μέσα διδασκαλίας, νέο πρόγραμμα και ουσιαστική στροφή στις ανάγκες και την πραγματικότητα της σημερινής κοινωνίας.

Η νέα διαμορφωθείσα πραγματικότητα επιφέρει, όπως είναι λογικό, νέες ευθύνες προς τους διαχειριστές της πρωτίστως και προς όλους συνολικά. Ας φανεί ότι η κυβέρνηση Τσίπρα, η οποία διαλαλεί διαρκώς ότι αποτελεί την «πρώτη φορά αριστερά», δε θα είναι «αριστερή» μόνο στα εύκολα, στη συνθηματολογία και την ικανοποίηση του θυμικού ή του φαντασιακού του ακροατηρίου της, αλλά και στα δύσκολα. Ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης με επίκεντρο τις κοινωνικές ανάγκες και πολιτική στόχευση με επιστημονική βάση είναι στοιχεία απαραίτητα. Κάθε άλλη ευκαιριακή διαχείριση απλά θα βαθύνει την κοινωνική κρίση, καθιστώντας την συστημική σε ευρύτερο διαρκώς φάσμα.

O Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.