ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Αναζητώντας τον πάτο!

«Πιάσαμε πάτο, πού θα πάει, θα ανέβουμε» ακούς από τη μια μεριά. «Παραλάβαμε τη χώρα στον πάτο και χρέος μας είναι να την ανυψώσουμε» ακούς από την άλλη. Ή το πιο φιλοσοφημένο «πρέπει να φτάσεις στον πάτο, για να μπορέσεις να ανέβεις». Γενικά ο «πάτος» ως περιγραφικός όρος που αποδίδει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα σημειώνει –νομίζω- στατιστική άνοδο, ως συμπέρασμα, ως πρόβλεψη ή δίκην ευφυολογήματος.

Προσωπικά, είχα χρησιμοποιήσει τον όρο κάπου στο 2012, επιχειρηματολογώντας ότι «πιάσαμε πάτο», όταν μισό εκατομμύριο συμπολίτες μας χάρισαν την ψήφο τους στους Νεοναζί της Χρυσής Αυγής, δίνοντάς τους τότε την πέμπτη θέση στη «βαθμολογία». Η πραγματικότητα όμως έχει πάντα άλλη άποψη. Είναι αλήθεια μάλλον ότι η αίσθηση του «πάτου» είναι υποκειμενική, ανάλογα με την πραγματικότητα που ζει ο καθένας και το κριτήριό του. Οι πολυάριθμοι άστεγοι και άνεργοι της κοινωνίας σίγουρα μπορούν να πουν ότι εξωθήθηκαν στον «πάτο» από την ανικανότητα του πολιτικού –και όχι μόνο πολιτικού- συστήματος, αλλά το ίδιο δεν θα ισχυριστούν και οι ανήκοντες στην οικονομική ελίτ που εξακολουθούν να πλουτίζουν, κάποιοι εις βάρος των πολλών και με την ανοχή των αρμοδίων. Ωστόσο, το ερώτημα σε κεντρικό επίπεδο αφορά μάλλον το πώς ορίζεται ο «πάτος» με όρους κοινωνίας. Και πώς αυτό καθρεφτίζεται στην πολιτική σκηνή της χώρας, αυτήν που –θεωρητικά και μόνο- εκπροσωπεί την κοινωνία.

Η σημερινή βιωμένη πραγματικότητα είναι μάλλον αμείλικτη. Για τους έχοντες τη δυνατότητα να την αντιμετωπίσουν με χιούμορ είναι και ξεκαρδιστική. Ξεκινώντας από μια κυβέρνηση που πελαγοδρομεί μεταξύ νεκρών υποσχέσεων, ανικανότητας, απειρίας, ιδεολογικών αγκυλώσεων και γραφικότητας, ακόμα και αν δεχτούμε τις καλές προθέσεις της. Μόνο και μόνο επειδή δίκη προθέσεων δεν μπορεί κανείς να κάνει. Συνεχίζοντας με το ιστορικό κόμμα της αξιωματική αντιπολίτευσης που, πλέον, βρίσκεται στις εσχατιές της ιστορικής ύπαρξής του. Τέσσερις ιδιαιτέρως φωνασκούντες μονομάχοι για μια καρέκλα κενή, αδιάφορη συνθέτουν απλά το φόντο της κακόγουστης μαύρης κωμωδίας. Στην τρίτη θέση της προτίμησης όσων ψήφισαν το «κόμμα» των νοσταλγών του Χίτλερ. Και με νέα είσοδο στη Βουλή των Ελλήνων (καλό είναι θυμόμαστε ότι περί τέτοιας πρόκειται) το κόμμα του κ. Λεβέντη. Το οποίο, μάλιστα, φλερτάρει με την είσοδο στο κυβερνητικό σχήμα. Ή, μάλλον ακριβέστερα, οι κυβερνητικές παρατάξεις φαίνεται να φλερτάρουν μαζί του. Δεν έχω κάτι με τον κ. Λεβέντη. Απλά θυμάμαι ότι μέχρι πρότινος, πέραν του τίτλου του «μελλοντολόγου», ήταν ένας συμπαθής γεράκος –πάντα ως τέτοιον τον θυμάμαι- που εκστόμιζε κατάρες ωρυόμενος προς πάντα αποδέκτη και εξύβριζε τα μέλη του πολιτικού σκηνικού ως «αρκουδέηδες», όρος που ποτέ δεν έμαθα τη σημασία του. Αλλά, εδώ που φτάσαμε, γιατί όχι και ο Λεβέντης;

Μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Παναγιώτη Κανελλόπουλου: «δεν φταίνε οι πολιτικοί που δεν είναι φιλόσοφοι», είχε πει, «αλλά οι φιλόσοφοι που δεν γίνονται πολιτικοί», σε μια πλατωνική προσέγγιση του πολιτικού καθήκοντος. Αλήθεια, τι θα έλεγε σήμερα, αν έβλεπε να διεκδικούν την ηγεσία του –εκφυλλισμένου πλέον- πολιτικού χώρου, τον οποίο ο ίδιος υπηρέτησε με σεμνότητα, αυτοί οι απίθανοι τύποι; Ή τη σύνθεση της σημερινής Βουλής των Ελλήνων; Ίσως ό,τι θα έλεγε και ο Κύρκος, ο Ηλιού ή ο Παπαγιαννάκης για τη σημερινή αριστερά. Τουλάχιστον αυτή δεν είναι υστερική.

Δεν ξέρω αν είναι «πάτος» αυτό που ζούμε. Φοβάμαι πως όχι. Ζούμε όμως την τιμωρία να διοικούν τη χώρα –όχι μόνο από τα κυβερνητικά έδρανα- και κάποιοι άνθρωποι με ελλιπείς ικανότητες. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της χρεοκοπίας, της συντριβής της Δημοκρατίας μας. Και, κρίνοντας από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση αλλά και από ό,τι ακούγεται από τον κόσμο, οδεύουμε με βήμα ταχύ προς τη συνολική απαξίωση της κομματικής δημοκρατίας. Όσο και αν οι προβλέψεις είναι δύσκολες, καθώς αυτές αφορούν το απρόβλεπτο μέλλον, ας μην εκπλαγούμε, αν στις επόμενες εκλογές η σύνθεση της Βουλής των Ελλήνων προέρχεται από την απόφαση του 40% των πολιτών της χώρας. Οι υπόλοιποι ίσως απλά αδιαφορήσουν.

Το μόνο αισιόδοξο είναι ότι ανοίγει ο διάλογος για την εκπαίδευση. Νομίζω όμως ότι σύντομα και αυτή η αισιοδοξία θα εκπνεύσει.

1 αναγνώστες σχολίασαν

Συμμετοχή στην συζήτηση
  1. «Αλλά, εδώ που φτάσαμε, γιατί όχι και ο Λεβέντης; » .. ορίστε λοιπόν ο λόγος που μένουμε πολιτικά και ιδεολογικά στάσιμοι ως λαός.. να υποστηρίζουμε -ακόμα χειρότερα , να εκλέγουμε- τον κάθε καινοφανή λαϊκιστή που μας χαϊδεύει τ’ αυτιά ενώ όταν συνειδητοποιούμε το σφάλμα μας, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον επόμενο που θα εκμεταλλευτεί την «πολιτική» συνείδησή μας. Α, κάποιον μου θυμίζει αυτό. Μήπως τον κ. Τσίπρα , που φανατικά υποστήριξε μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος (ασχολίαστη η ρεφορμιστικού χαρακτήρα, της δήθεν ριζοσπαστικής αριστεράς πολιτική κρίση του) , ο οποίος αποφάσισε να τηρήσει τα προσχήματα μέσω του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου; Απύθμενη κατάντια..

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.