ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Κρίσεις, συγκρίσεις και συγκρητισμός

Η πολιτική σκηνή της χώρας βρίσκεται σε συνθήκες περιδίνησης, για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια, τα λεγόμενα και «μνημονιακά». Τουλάχιστον αυτή η εικόνα παρουσιάζεται από τα μέσα ενημέρωσης. Λίγο η κυβερνητική εικόνα, που ελάχιστη σχέση παρουσιάζει με ό,τι ευαγγελίστηκε προεκλογικά (ακόμα και πριν την αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου), λίγο η νίκη Μητσοτάκη και η επιβεβαίωση της αμείωτης ισχύος της οικογενειοκρατίας στο συντηρητικό χώρο και λίγο οι αναταράξεις που φαίνεται ότι αυτή προκαλεί στα κόμματα της ήσσονος αντιπολίτευσης προοιωνίζουν ένα νέο –στην εμφάνιση και όχι απαραίτητα στην ουσία- πολιτικό σκηνικό.

Σίγουρα η ανάδειξη ενός νέου αρχηγού στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα δώσει νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά στη σύγκρουση των δύο πρώτων σε δυναμική κομμάτων. Όμως, όσο και αν κάποιος θα ευελπιστούσε σε μια, ψευδεπίγραφη έστω, ιδεολογική διαμάχη, μάλλον θα διαψευστεί. Και η αλήθεια είναι ότι σε ένα πολιτικό και εκτελεστικό πλαίσιο προαποφασισμένο, λίγα περιθώρια απομένουν στη μάχη των ιδεών να αποτελέσει το μέσο, τον άξονα της διαμόρφωσης της κρίσης μας και το κάδρο της πολιτικής διαμάχης. Η σύγκρουση θα μετατοπιστεί στη διαδικασία των συγκρίσεων, οι οποίες –θεωρητικά πάντα- εξυπηρετούν τα αντιπολιτευόμενα κόμματα. Και, όσο και αν φαίνονται ένα εργαλείο που ενεργοποιεί την αυτόνομη σκέψη του δέκτη –άρα και ψηφοφόρου- δεν είναι πάντα ακριβώς έτσι.

Η κρίση και η σύγκριση είναι δύο διαφορετικές έννοιες και πάνω από όλα δύο διαφορετικής φύσεως διεργασίες. Η κρίση είναι αυτόνομη, μη περιοριστική, προκύπτει χωρίς έξωθεν προτροπές και εκτείνεται σε ευρύ πεδίο σκέψης και ανάλυσης. Δεν καταλήγει απαραίτητα σε κάποια δεδομένη εκ των προτέρων επιλογή, καθώς το συμπέρασμά της εξάγεται στο τέλος μιας διεργασίας ανεξάρτητης από περιοριστικές απολήξεις. Αντίθετα, η σύγκριση διενεργείται ανάμεσα σε συνθήκες δεδομένες, περιοριστικές. Είναι μια διαδικασία προκατασκευασμένη, σε παραμέτρους προαποφασισμένες, με ευθύνη είτε δική μας, είτε –συχνότερα, όσον αφορά τον πολιτικό λόγο- εξωγενών παραγόντων. Ειδικά η διαδικασία της σύγκρισης στην πολιτική λειτουργεί κυρίως συμψηφιστικά, άρα και παραπλανητικά. Όταν κρίνουμε, κρίνουμε συνολικά, άρα μπορούμε και συνολικά να απορρίψουμε, να συνθέσουμε ή επικροτήσουμε. Όταν όμως συγκρίνουμε, καλούμαστε να επιλέξουμε μεταξύ εκδοχών που πιθανότατα θα απορρίπταμε σε μια ανεξάρτητη κρίση. Πρέπει να επιλέξουμε τον τάδε ή τον δείνα, απλά γιατί πρέπει…

Αυτή τη δύναμη της συγκριτικής διεργασίας εκμεταλλεύονται όσοι είναι σε θέση να επιχειρούν τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και όσοι επιδιώκουν την εύνοια της πλειοψηφίας. Μέσω της σύγκρισης λοιπόν θα επιδιωχτεί η δημιουργία ψεύτικων αξιών και η ωραιοποίηση καταστάσεων –συνήθως του παρελθόντος, καθώς το παρόν το βιώνουμε και δύσκολα αυτό ωραιοποιείται. Θα επιδιωχθεί λοιπόν η αθώωση του παρελθόντος όχι λόγω της καλής και συνετής διαχείρισής του, αλλά λόγω των λαθών του παρόντος. Πιο απλά: θα επιδιώξει η ΝΔ του κ. Μητσοτάκη να μας πείσει ότι είναι η ιδανική διαχειρίστρια της χώρας, όχι επειδή τα κατάφερε καλά παλαιότερα, αλλά επειδή δεν είναι επαρκής διαχειριστής ο ΣΥΡΙΖΑ. Θα συγκρίνει τα δικά της λάθη με αυτά των πολιτικών αντιπάλων και θα επιδιώξει να πείσει ότι ήταν μικρότερα, απλά και μόνο επειδή ποντάρει στην «κοντή» μνήμη του κόσμου, όταν το παρόν του είναι δύσκολο. Ο παραλογισμός του επιχειρήματος είναι πρόδηλος. Φανταστείτε έναν καθηγητή που εξετάζει ένα μαθητή και αυτός του απαντάει λαθεμένα. Μετά να εξετάζει τον επόμενο και η απάντησή του να είναι επίσης λάθος. Αυτό δε σημαίνει, φυσικά, ότι ο πρώτος απάντησε σωστά. Απλά απάντησαν και οι δύο λαθεμένα. Ωστόσο, αυτή η αυτονόητη διαπίστωση δεν εφαρμόζεται στις συγκρίσεις της πολιτικής. Το λάθος του παρελθόντος συγκρινόμενο με τα λάθη του παρόντος φαίνεται ελαφρύτερο, απλά επειδή αυτό «πάει και πέρασε» ενώ τα άλλα διενεργούνται τώρα. Γι’ αυτό και η σύγκριση επιλέγεται ως μέσο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Διχάζει και επιφέρει συγκρούσεις πάνω σε ένα επίπλαστο ερώτημα με σκοπό να συγκαλύψει τα λάθη με συμψηφισμούς και να αλλοιώσει την ελεύθερη κρίση.

Είναι εντυπωσιακό το πώς εργαλειοποιείται η κακότητα μέσα από τη διαδικασία της σύγκρισης. Θεωρείται δεδομένο ότι ο κόσμος θα κληθεί να επιλέξει μεταξύ λαθών, παθών και ελλιπών ικανοτήτων και ουσιαστικά ετεροκατευθύνεται προς την επιλογή ενός εκ των δύο κακών. Ουσιαστικά, όμως, αυτή η επιλογή που θα προκύψει μέσω της σύγκρισης οδηγεί τελεολογικά στο συγκρητισμό της κακότητας. Όπως έχει γίνει και στην Ελλάδα, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Στα λάθη του παρελθόντος –ίσως και στα «εγκλήματα»- στοιβάζονται και αλληλεπιδρούν με αυτά και τα επόμενα. Και έτσι καταλήγουμε σε μια λογική πολιτικού και διαχειριστικού μονοδρόμου που οδηγεί σε αδιέξοδο. Και όσο αφηνόμαστε να επιλέγουμε το πιο παλιό λάθος έναντι του πιο πρόσφατου, τόσο προαποφασίζουμε και την αποτυχία των επιλογών μας. Και αντίθετα…

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος, εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.