ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

H ΚΕΡΑ ΒΓΕΝΑ ΠΟΥ ΗΡΝΕΙΤΟ ΝΑ ΠΕΣΕΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ...

Μία από τις ιστορίες της Μεγάλης Εβδομάδας που μου αρέσουν είναι αυτή της ακάρπου συκής, την οποία καταράσθηκε ο Χριστός και ξεράθηκε αμέσως. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει πως την ώρα που ο Κύριος επιτίμησε τη συκή και ξηράθηκε, κατέπεσαν αμέσως τα καταπράσινα φύλλα της και την επόμενη μέρα ξεράθηκε και η ρίζα της. Οι μαθητές έκθαμβοι από το θαύμα αυτό δεν ζητούσαν να μάθουν την βαθύτερη έννοιά του, αλλά είχαν την απορία «πως παραχρήμα εξηράνθη η συκή;» (Ματθ. 21:20). Πρώτη φορά είχαν δει τιμωρία της άψυχης φύσεως.

Ο Κύριος παίρνοντας αφορμή από την απορία των μαθητών, χωρίς να εξηγήσει την συμβολική σημασία του θαύματος, τους δίδαξε για τη μεγάλη δύναμη της πίστεως, η οποία όταν συνοδεύεται από εσωτερική θέρμη και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό μπορεί να κατορθώσει αφάνταστα πράγματα. Τους είπε: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ἂρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται·».

Εδώ κάνω μια παρένθεση για να εξομολογηθώ την αμαρτία μου. Ο πραγματικός λόγος που αποφάσισα σήμερα να αναφερθώ στο γεγονός αυτό (εξιστορείται την Μεγάλη Δευτέρα) δεν είναι επειδή βαρέθηκα να γράφω για τα πολιτικά και τον κορονοϊό, είναι βεβαίως και αυτός, αλλά -κι αυτό είναι πρώτη φορά που το λέω- επειδή ήθελα να αναφερθώ σε μια παιδική μου ανοησία. Επηρεασμένος από τη ρήση του Ευαγγελίου, νομίζω ήμουν 12-13 χρονών, πήγα σ' έναν κοντινό, στο σπίτι μου στο Αγρίνιο, λόφο, στην Αγία Παρασκευούλα. Εκεί κάθισα σ' ένα βράχο, κοίταξα το βουνό απέναντι, την Κερά Βγένα, έκλεισα τα μάτια κι άρχισα ψιθυριστά να «διατάζω» το βουνό να σηκωθεί και να πάει να πέσει στην Τριχωνίδα.

Διέταζα, διέταζα, τίποτε. Η Κερά Βγένα εκεί. Σκέφτηκα ότι δεν κουνήθηκε επειδή ήτανε λίμνη και όχι θάλασσα. Ξανάκλεισα τα μάτια και τη διέταξα να πέσει στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. Τίποτε. Την έστειλα στην Αμφιλοχία, στον Αμβρακικό και πάλι τίποτε. Πείσμωσα και ξαναπροσπάθησα με το Ιόνιο. Είπα στην Κερά Βγένα, με μεγαλύτερη τώρα ένταση, να σηκωθεί, να φύγει και να πάει να πέσει στην Κέρκυρα. Αυτή όμως και πάλι δεν μου έκανε τη χάρη. Σκέφτηκα μήπως η Κέρκυρα ήταν μακριά και της ζήτησα να πάει έξω από τη Λευκάδα. Και πάλι τίποτε. Στεκόταν εκεί ακούνητη. Θαρρείς και με κορόιδευε.

Την κοιτούσα και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Αφού, όπως είχε πει ο Χριστός στους μαθητές, αρκεί να πιστέψεις και θα γίνει. Και 'γω το πίστευα και Τον πίστευα. Γιατί δεν μπορούσα να κάνω το θαύμα; Γιατί; Δοκίμασα να ξεράνω μια φραγκοσυκιά που ήταν δίπλα. Αποτυχία και σ' αυτό. Απογοητεύτηκα.

Πήρα το δρόμο της επιστροφής. Είχε περάσει αρκετή ώρα και δεν ήθελα να ανησυχήσουν στο σπίτι. Καθώς κατέβαινα την πλαγιά είδα μια μεγάλη πέτρα. Την διέταξα να πέσει στο ρέμα. Ούτε αυτή κουνήθηκε. Θύμωσα. Έκατσα στο χώμα, έβαλα δύναμη και στα δύο μου πόδια και την έσπρωξα. Η πέτρα κουνήθηκε. Έβαλα περισσότερη δύναμη και, ω του θαύματος, κύλησε και έπεσε στο ρέμα.

Τον παφλασμό που έκανε τον έχω από τότε σαν συναίσθημα. Και σαν πίστη. Όχι στην ευαγγελική ρήση, αλλά στο αρχαιοελληνικό απόφθεγμα «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Ξέρω, θα με πείτε ανόητο. Μπορεί να 'χετε δίκαιο. Όμως εγώ, μέρα που 'ναι, το ξαναθυμήθηκα, και είπα να σας το ξομολογηθώ. Σαράντα και επτά χρόνια το κράτησα κρυφό, είπα να το βγάλω από μέσα μου. Και για να σας θυμίσω ότι δεν αρκούν τα λόγια, οι διαμαρτυρίες και οι καταγγελίες. Χρειάζονται, πρωτίστως, πράξεις για να έλθει η ανάσταση. Παντού. Και στα πάντα. Καλό Πάσχα...

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.