ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Τα γράμματα σε κάνουν άνθρωπο

"Το πήρες το χαρτί"; Ρωτούσαν οι γειτόνισσες και οι γιαγιάδες όταν πήγαινα τα καλοκαίρια στο χωριό. Παραμονές των εξετάσεων το τηλέφωνο κουδούνιζε μεταφέροντας ευχές και νουθεσίες από τους συγγενείς. Το "μάθε παιδί μου γράμματα" ήταν κοινός τόπος για γενιές ολόκληρες. Οι περισσότεροι γονείς ζούσαν με το όνειρο να σπουδάσει το παιδί τους. Να ζήσουν και να το δουν επιτυχημένο γιατρό ή δικηγόρο.

Η μετεμφυλιακή γενιά που έζησε πολέμους, φτώχεια, καταστροφή του πρωτογενούς αγροτικού τομέα και μετανάστευση ήταν αποφασισμένη να κάνει οποιαδήποτε θυσία προκειμένου να στείλει το παιδί της στο σχολείο. Προτιμούσαν να πεινάσουν αρκεί να καταφέρουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Τα τρία τελευταία χρόνια ταξιδεύοντας για το ντοκιμαντέρ μου στη Βόρεια Ελλάδα για να καταγράψω τις προσωπικές ιστορίες μετανάστευσης του 60’, κατάλαβα ότι σε εκείνες τις γενιές υπήρχε μέσα τους βαθιά ριζωμένη η πεποίθηση ότι τα "γράμματα σε κάνουν άνθρωπο".

Τα γράμματα και το "χαρτί", ήταν το διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή. Ως γιατρός ή δικηγόρος θα κέρδιζες χρήματα, θα ζούσες σε ένα όμορφο σπίτι και θα ανέβαινες κοινωνικά. Η κυρά-Ασημίνα, η αγράμματη, έγινε θρύλος στο ορεινό χωριό όταν και το τέταρτο παιδί μπήκε στο Πανεπιστήμιο. Η Λένα, το μικρότερο παιδί δούλεψε ως εκπαιδευτικός κοντά στο χωριό που γεννήθηκε για να βοηθήσει την μάνα της που αναγκάστηκε να φύγει μετανάστρια στη Γερμανία για να την σπουδάσει. Τις θυσίες της ελληνικής οικογένειας για το χρυσό "χαρτί" καμιά κρίση δεν κατάφερε να ξεριζώσει.

Η Μαίρη που γεννήθηκε στην Αστόρια από γονείς μετανάστες που έφυγαν το `70 από την ορεινή Αρκαδία μου περιέγραψε την μέρα που πήρε το πτυχίο. Η μάνα της πήρε τηλέφωνο όλους τους συγγενείς στο χωριό για να τους το πει και ο πατέρας της έκανε ένα τρικούβερτο γλέντι. Μετά από χρόνια κατάλαβε ότι το πτυχίο για τους μετανάστες γονείς της δεν είχε σχέση με τον πλουτισμό. Ήθελαν να ζήσει το παιδί τους καλύτερα από αυτούς που κατάφεραν να βγάλουν λεφτά, αλλά δεν είχαν μορφωθεί. Το "χαρτί" του γιού ή της κόρης ήταν και για τους Έλληνες ομογενείς η ανταμοιβή των κόπων τους. Οι ανώτατες σπουδές, πριν μερικές δεκαετίες, εξασφάλιζαν ασφάλεια και κοινωνική ανέλιξη.

Οι σπουδές "σήκωναν" όλη την οικογένεια που είχε να το περηφανεύεται, με το "χαρτί" μέσα στην κορνίζα, κρεμασμένο πάνω από το τραπέζι. Φτωχά παιδιά της επαρχίας ζούσαν σε υπόγεια της Αθήνας και έκαναν δουλειές του ποδαριού προκειμένου να τροφοδοτήσουν το όνειρο για ανώτατες σπουδές. Στην Ελληνική ταινία "Μάθε παιδί μου γράμματα", του Θόδωρου Μαραγκού, ο άνεργος επιστήμονας Δημοσθένης επιστρέφει στο χωριό του λέγοντας "Έξι χρόνια στο Δημοτικό. Έξι στο Γυμνάσιο, δώδεκα. Έξι χρόνια στο Πολυτεχνείο, δεκαοκτώ. Έξι χρόνια στο εξωτερικό, εικοσιτέσσερα. Και έξι χρόνια μέχρι να πάω σχολείο, τριάντα. Μέχρι τα 36 που είμαι, ακόμα άλλα έξι χρόνια. Πού πήγανε; Τι γίνανε έξι χρόνια;".
Κανένας δεν φανταζόταν ότι η οικονομική κρίση θα έστελνε εκατοντάδες πτυχιούχους στο εξωτερικό. Όμως, ακόμη και σήμερα που τα πτυχία δεν εξασφαλίζουν οικονομική άνεση οι σπουδές δεν έχασαν την αίγλη τους για τα περισσότερα κοινωνικά στρώματα.

Προσπαθώ να δώσω μια απάντηση γιατί ο θεσμός των Πανελληνίων εξετάσεων έχει τόσο βαθιά ριζώσει στην ελληνική κοινωνία και την εκπαίδευση. Από το 1964 που καθιερώθηκε ως "Εισιτήριες Εξετάσεις", με πολλές τροποποιήσεις, έως τις μέρες μας θεωρείται η μεγάλη πρόκληση για το μέλλον των παιδιών. Στα 17 του χρόνια ο έφηβος θα πρέπει να δοκιμαστεί, να διαλέξει μια σχολή, τι θα κάνει την υπόλοιπη ζωή του. Η αβεβαιότητα αν τα θέματα θα είναι βατά, αν θα τα καταφέρει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των γονιών και των καθηγητών και κατά επέκταση στις απαιτήσεις που έχει από τον εαυτό του ενισχύουν την ένταση και το άγχος του. Το υπερβολικό διάβασμα, οι επαναλήψεις, τα ξενύχτα, οι προσδοκίες της οικογένειας κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την καθημερινότητα. "Υπερεκτιμημένες", μου λέει ο ανιψιός μου. Ακόμα κι όταν απομυθοποιήσεις τις Πανελλήνιες, πάντα μέσα σου θα υπάρχει ο έφηβος εαυτός σου που δεν θέλει να ξεχάσει τα ξενύχτια, το άγχος, το κλάμα, την επιτυχία που κρίνεται από τα μόρια. Στο απέναντι παράθυρο η Μυρτώ επιμένει να μου θυμίζει τον νεανικό μαραθώνιο των Πανελληνίων με μια γκάμα συναισθημάτων.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.