ΚΟΣΜΟΣ

Βάσος Λυσσαρίδης (1920 – 2021): Μια παγκόσμια προσωπικότητα

Ο άνθρωπος που έφερε πίσω τον Μακάριο, διασώζοντας την Κυπριακή Δημοκρατία

Έφυγε από τη ζωή τη Μεγάλη Δευτέρα, παραμονή μιας ακόμα απόπειρας Σταύρωσης του ελληνικού κυπριακού λαού, ο θρυλικός “Γιατρός” της Κύπρου, Βάσος Λυσσαρίδης, μια από τις σημαντικότερες μορφές των κοινωνικών και εθνικών αγώνων του ελληνισμού, αλλά και μια μεγάλη διεθνής προσωπικότητα, με μεγάλη εμπλοκή και ηγετικό ρόλο στον ξεσηκωμό των λαών των αποικιών και μισοαποικιών, που συγκλόνισε την ανθρωπότητα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπήρξε προσωπικός φίλος και συνεργάτης του ιστορικού ηγέτη των Αράβων, Γκαμάλ Αμπτνέλ Νάσερ και των Παλαιστινίων, Γιασέρ Αραφάτ, του Νέλσον Μαντέλα και του Μπασάρ Αλ Άσαντ, του Αγκολέζου Νέτο, από τους βαθύτερους ηγέτες της Μαύρης Αφρικής, αλλά και του καγκελλάριου της Ομοσπονδιακής Γερμανίας Βίλυ Μπραντ. Ενδεικτικά τους αναφέρουμε αυτούς, γιατί ο κατάλογος περιλαμβάνει και πολλούς άλλους ακόμα ηγέτες κρατών και κινημάτων της υφηλίου. Αυτόν έστειλε ο Μακάριος στον Χρουστσώφ να αποτρέψει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1964.

Αν δεν υπήρχε ο Βάσος Λυσσαρίδης ή αν πετύχαινε η εναντίον του δολοφονική απόπειρα το 1974, είναι αμφίβολο το αν θα υπήρχε σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία, το κράτος του κυπριακού λαού.

Προσωπικός γιατρός και φίλος του πρώτου προέδρου της Κύπρου, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ιδρυτής του σοσιαλιστικού κόμματος ΕΔΕΚ, πρώτος και επί πολλά χρόνια πρόεδρος του Παγκύπριου Ιατρικού Συνδέσμου, Πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής, ο Λυσσαρίδης έφερε για πρώτη φορά σε επαφή τον Μακάριο με τον Ανδρέα Παπανδρέου και ηγήθηκε αργότερα του διεθνούς αγώνα εναντίον της απριλιανής δικτατορίας.

Από το ΕΑΜ στην ΕΟΚΑ

Ερχόμενος στην Αθήνα να σπουδάσει ιατρική μετά την απελευθέρωση, εντάχθηκε στις εθνικοτοπικές του ΕΑΜ. Είναι ο άνθρωπος που συνδέει τη γενιά του ΕΑΜ με αυτήν της ΕΟΚΑ, τις δύο γενιές Ελλήνων που συνέχισαν το ‘21 στον εικοστό αιώνα. Η μία, πραγματοποιώντας το θαύμα της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης κατά των Γερμανών κατακτητών και των συνεργατών τους, τη μακράν σημαντικότερη, αναλογικά με το μέγεθος της χώρας, αντίσταση που συνάντησε ο Αδόλφος Χίτλερ σε όλη την Ευρώπη. Η άλλη, πραγματοποιώντας την κυπριακή αντιαποικιακή απανάσταση, που άφησε άφωνο όλο τον πλανήτη, καθώς είδε έναν ολιγάριθμο λαό, εμπνευσμένο από ένα εθνικό φρόνημα που καταπίεζε επί αιώνες, να μετασχηματίζει ξαφνικά όλη τη μαζεμένη έχθρα που τόσο καλά έκρυβε μέσα του, σε αδιανόητο θάρρος και σε τρόπους να γονατίσει τη Βρετανική Αυτοκρατορία, προτού του μισοκλέψουν τη νίκη με τις συμφωνίες του 1960, όπως έγινε άλλωστε πρωτύτερα και με την Εθνική Αντίσταση και με το ίδιο το ’21. Του την έκλεψαν, μόνο κατά το ήμισυ όμως, αφού, ακόμα και σήμερα, εξακολουθεί να υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία, το κράτος που παρήγαγε αυτή η επανάσταση.

Διεθνές κέντρο της αντιαποικιακής επανάστασης

Στο χωριό Ξυλοφάγου της Κύπρου παρήγοντο αρχικά τα όπλα των ανταρτών της ΕΟΚΑ και, στη συνέχεια, πολλά από τα όπλα των ανταρτών στη ξεσηκωμένη Μαύρη Αφρική και εκεί γινόταν και η εκπαίδευσή τους. Και στα παλαιστινιακά στρατόπεδα είχε στείλει ο Γιατρός τα πιο έμπιστα στελέχη του να εκπαιδευτούν στη χρήση των όπλων. Ο Βάσος διετέλεσε αντιπρόεδρος της Οργάνωσης Αλληλεγγύης των Αφροασιατικών Λαών (AAPSO), με παρουσία σε περισσότερες από ενενήντα χώρες της Ασίας και της Αφρικής, όπως και Γενικός Γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις και για την απελευθέρωση του Μαντέλα.

Με τη διεθνή αυτή δράση του, ο Λυσσαρίδης υπήρξε και πολύ μεγάλος πρέσβης του ελληνισμού σε όλη την υφήλιο, πρωταγωνιστώντας, μεταξύ άλλων, στην ύφανση στενότατων σχέσεων της Κύπρου και της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο, σχέσεις που έπαιξαν με τη σειρά τους πολύ σπουδαίο ρόλο στην υπεράσπιση διεθνώς του κυπριακού κράτους και της Ελλάδας. Γιατί και Κύπρος και Ελλάδα, είναι “καταδικασμένες”, από την κληρονομιά του πολιτισμού που διεκδικούν, αλλά και τη γεωγραφία τους, να υφίστανται διαρκείς εξ ανατολών και εκ δυσμών απειλές, κάθε μορφής και τύπου. Μπορούν να τις αντιμετωπίσουν μόνο εμβαπτίζοντάς τον δικό τους αγώνα σε ευρύτερους διεθνείς αγώνες για ανάλογα ιδεώδη. Και μόνο παλεύοντας παράγουν πολιτισμό.

Το 1964 ο Μακάριος έστειλε τον Λυσσαρίδη στον σοβιετικό ηγέτη Νικήτα Χρουστσώφ για να αποτρέψει, όπως και απέτρεψε, την προετοιμαζόμενη τότε τουρκική εισβολή στην Κύπρο. “Τι μεγάλη δύναμη θα είμαστε αν δεν την αποτρέψουμε;” του είπε ο Χρουστσώφ, απαντώντας στα γεμάτα αγωνία ερωτήματα του “Γιατρού”. Ο Μακάριος τον έστειλε και στον Νάσσερ για να ζητήσει βοήθεια σε όπλα. Ο ιστορικός ηγέτης του έθνους των Αράβων τον οδήγησε στις αποθήκες του αιγυπτιακού στρατού και τούπε: “Πάρε ότι θες!” (*).

Στον Πενταδάκτυλο, υπερασπιζόμενοι τη Λευκωσία

Λίγους μήνες νωρίτερα, κατά τη διάρκεια των “διακοινοτικών ταραχών” (ή “τουρκανταρσίας”, όπως συχνά αναφέρεται στην Κύπρο), οι “Κοκκινοσκούφηδες”, ο “Λαϊκός Στρατός” του Γιατρού πήρε την πρωτοβουλία, με επικεφαλής τον Δώρο Ηλία, τον στρατιωτικό διοικητή του (πολιτικός ήταν ο ίδιος ο Λυσσαρίδης), είδος, τηρουμένων των αναλογιών, Κυπρίου στρατιωτικού “αρχηγού των Ατάκτων”, και με

μια αιφνιδιαστική επιχείρηση, κατέλαβαν την κορφή του πανύψηλου, σχεδόν κατακόρυφου ορεινού όγκου του Πενταδάκτυλου, που δεσπόζει της Λευκωσίας, εξασφαλίζοντας την προστασία της κυπριακής πρωτεύουσας από την ΤΟΥΡΔΥΚ.

Βρέθηκαν έτσι πάνω από το φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνα, που ελέγχει τον στρατηγικής σημασίας δρόμο από την Κερύνεια στη Λευκωσία, τον ίδιο που θα χρησιμοποιούσαν, δέκα χρόνια αργότερα, για να προελάσουν προς την κυπριακή πρωτεύουσα οι τουρκικές δυνάμεις. Οι Τούρκοι, που κατείχαν τον Άγιο Ιλαρίωνα, ύψωσαν λευκή σημαία. Ο διοικητής των “Κοκκινοσκούφηδων” έκανε το λάθος, προτού δεχτεί την παράδοση, να πάρει τηλέφωνο το στρατηγείο στο οποίο υπήγοντο οι δυνάμεις του. Προς κατάπληξη του παρόντος Καναδού αξιωματικού του ΟΗΕ, η παράδοση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η εντολή ήρθε το πιθανότερο από την Αθήνα, όπως μου είπε ο ίδιος ο Δώρος Ηλία και μάλλον έχει δίκιο, αφού η Ελλάδα και ιδιαίτερα οι στρατιωτικοί της, βρισκόντουσαν υπό τον ασφυκτικό αμερικανικό έλεγχο καθ’ όλη την περίοδο 1947-74.

Η επιδίωξη πίσω από τα εγκλήματα

Αξίζει να προσθέσουμε στο σημείο αυτό και κάτι ακόμα για τους “Κοκκινοσκούφηδες”: ήταν το μόνο ένοπλο σώμα που δεν κατηγορήθηκε για εγκλήματα εις βάρος Τουρκοκυπρίων αμάχων.

Όχι τυχαία. Γιατί ήταν ίσως η μόνη ένοπλη δύναμη στο νησί, που η «ουρά» της δεν έφτανε με κάποιο τρόπο στο Gladio, το δίκτυο του ΝΑΤΟ που ήλεγχε και τους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, αντιμαχόμενους κατά τα άλλα “εθνικιστές”, που διέπρατταν αγριότατα εγκλήματα, ώστε να μην μπορέσουν να συνεννοηθούν ποτέ οι δύο κοινότητες και να υπονομευθεί το κυπριακό κράτος. Όταν ένας Βρετανός αξιωματικός, ο Martin Packard, διοικητής των περιπολιών ανακωχής, κατάφερε ένα θαύμα ξανασυμφιλιώνοντας Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, με τη συνεργασία Μακαρίου και Κιουτσούκ, ο τότε Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζωρτζ Μπωλ τον επέπληξε αυστηρά, λέγοντάς του ότι τα κατάλαβε όλα λάθος. Ο σκοπός μας δεν είναι να τους συμφιλιώσουμε, αλλά ο αντίθετος (GettingItWrongFragmentsfromaCyprusDiary 1964, 2008). Την άλλη μέρα τον φόρτωσαν σε ένα αεροπλάνο και τον ξαπόστειλαν στη Μάλτα.

Το μοιραίο 1974

Όλα αυτά μπορεί να καθυστέρησαν και να δυσκόλεψαν, δεν μπόρεσαν όμως να αποτρέψουν τελικά το διπλό έγκλημα κατά του κυπριακού κράτους το 1974 (πραξικόπημα και εισβολή), που οργάνωσε ο Χένρι Κίσσινγκερ και το Νατοϊκό Gladio το 1974 και το οποίο για να γίνει δυνατό επεβλήθη η στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα το 1967. Αυτό το χτύπημα ακρωτηρίασε και θα μπορούσε πιθανότατα να αποτελειώσει το κυπριακό κράτος, αν, ως εκ θαύματος, δεν είχαν γλυτώσει από τις δολοφονικές απόπειρες εναντίον τους ο Πρόεδρος της Κύπρου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Βάσος Λυσσαρίδης, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς αντίστοιχα.

Ο Μακάριος ενσάρκωνε το ίδιο το κράτος, τη συνέχεια και τη νομιμότητά του, το διεθνές κύρος και την παγκόσμια ακτινοβολία που αυτό διέθετε, αντιστρόφως ανάλογη προς το μέγεθός του. Αλλά είναι αμφίβολο ότι θα γύριζε ποτέ στην Κύπρο, μετά το πραξικόπημα, αν ο “Γιατρός” δεν είχε τεθεί επικεφαλής ενός δημοκρατικού ξεσηκωμού του κυπριακού λαού που, με αίτημα την επιστροφή του ηγέτη του, ανάγκασε, έκοντες άκοντες, Καραμανλή και Κληρίδη να την αποδεχθούν, παρά τις αντιρρήσεις τους, προς μεγάλη πίκρα και βαθειά απογοήτευση του Χένρι Κίσσινγκερ. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος είπε μια μέρα στο Κάιρο στον Λυσσαρίδη: “Αν έλειπες, θα πέθαινα Μιχαήλ Μούσκος στο εξωτερικό”. (**)

Η Αγάπη

Ο Βάσος αγαπούσε τους ανθρώπους. Αυτό ήταν που τον έκανε έναν άνθρωπο χρήσιμο στην κοινωνία που τον γέννησε, στην πατρίδα του και στην ανθρωπότητα, κάτι εξαιρετικά σπάνιο στις μέρες μας, μέρες προϊούσας αποκτήνωσης των ανθρώπων και εμπορίου ιδεών και ιδεολογιών. Τους αγαπούσε γιατί είχε κι ο ίδιος μεγαλώσει σε μια “οικογένεια αγάπης, ένα σπάνιο φαινόμενο”, όπως την έλεγε ο ίδιος, “με τον πατέρα του να είναι ερωτευμένος με τη μητέρα του ακόμα κι όταν ήταν 80 χρόνων. Ερωτευμένος, δεν αγαπούσε απλά την μητέρα μου”.

Πήρε πολύ αγάπη από τους γονείς του και έδωσε πολύ αγάπη στους άλλους ανθρώπους. Πολύ σπάνια στη ζωή μου έχω νοιώσει την ηρεμία και τη γαλήνη που ένοιωθα κάθε φορά που, ταξιδιώτης στη Λευκωσία, τον επισκεπτόμουν, εισπράττοντας την ακτινοβολία που εξέπεμπαν, ακόμα και με μόνη την παρουσία ο ίδιος και η σύντροφός του, θά ‘λεγα και το ίδιο τους το σπίτι ακόμα. Αυτή η βαθιά αγάπη του για τους ανθρώπους, μαζί και η απόλυτη προτεραιότητα που έδινε στις ιδέες του, ήταν που τον έκαναν και επιεική προς όσους τον πίκραιναν, τον γέλαγαν ή τον απογοήτευαν.

Η αγάπη στους άλλους ανθρώπους, ο ανθρωπισμός του, μετουσιώθηκε στο αντιστασιακό πνεύμα που χαρακτήρισε όλη του τη δράση και υπήρξε το ενιαίο υπόβαθρο της κοσμοθεωρίας και της φιλοσοφίας του, της ιατρικής που άσκησε, της πολιτικής του δράσης, της ζωγραφικής και ποιητικής δημιουργίας του.

Υπήρξε μεγάλος άνθρωπος και, όπως συμβαίνει συχνά με τους μεγάλους ανθρώπους, η απόσταση βοηθάει να εκτιμήσουμε καλύτερα το μέγεθός τους και η ιστορία να τους ξαναανακαλύπτει όταν τους χρειαστεί. Μεγάλοι δεν γίνονται οι άνθρωποι με φουσκωμένο εγώ και κάποιες ασυνήθιστες ικανότητες. Μεγάλος γίνεται κάποιος αν ενστερνίζεται μεγάλες ιδέες, που να ξεπερνάνε τα τόσο φθαρτά και πεπερασμένα όρια ενός ατόμου, όσες σπουδαίες θέσεις ή δύναμη και αν κατακτήσει, για να αγκαλιάσουν τις ανάγκες πολύ περισσότερων ανθρώπων, ακόμα κι αυτών που έζησαν ή που θα ζήσουν. Μεγάλος γίνεται κάποιος αν καταλάβει και σεβαστεί το ότι είναι φορέας της ζωής, όχι ιδιοκτήτης της. Γίνεται αν ακολουθεί τις ιδέες του με την ολοκληρωτική αφοσίωση και την αυταπάρνηση που του απαιτούν, όσο δύσκολο κι αν είναι. Τίποτα δεν μπορεί να κερδηθεί χωρίς δαπάνη και θυμάμαι ακόμα τον “Γιατρό”, με πόσο θαυμασμό μου μιλούσε για τον Κωχ, που ανακάλυψε τον ομώνυμο βάκιλλο: “Δεκαπέντε μέρες δεν έφευγε πάνω από το μικροσκόπιο, με κουταλάκι τον τάιζαν”.

Από την αφοσίωση σε αυτά που πίστευε και αγωνιζόταν απέρρεε αναπόφευκτα και η παλληκαριά του. Δεν δίστασε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του, όταν δεν μπορούσε να κάνει αλλοιώς, όταν δηλαδή οι ιδέες του και οι ανάγκες το απαιτούσαν. Αγνοώντας απειλές και προειδοποιήσεις πήγε, τον Αύγουστο του 1974, ανήμερα της Παναγιάς, σε μια συνάθροιση πλημμυρισμένη από ορκισμένους, φανατικούς και ένοπλους εχθρούς του, να τους πείσει, όπως και τους έπεισε, να απορρίψουν το σχέδιο Γκιουνές για το Κυπριακό. Και απευθυνόμενος στους συγκεντρωμένους, τους είπε μεταξύ άλλων:

“Ξέρω για ποιο σκοπό είσαστε εδώ, με μισείτε. Εγώ, περιέργως, όχι μόνο δεν σας μισώ, μπορώ να πω πως σας αγαπάω όλους. Ακούστε πρώτα, και μετά έχετε χρόνο να κάνετε αυτό για το οποίο ήρθατε. Ένοχοι και συνένοχοι, αθώοι και συναθώοι βρισκόμαστε εδώ για να αποφασίσουμε την τύχη αυτού του λαού”.

Τα λόγια του αφόπλισαν τα ντουφέκια. Φανατικοί και έτοιμοι να σκοτώσουν, οι παριστάμενοι δεν ήταν, στην πλειοψηφία τους, πράκτορες ή προδότες. Πατριώτες ήταν, που πίστευαν ότι έφταιγε ο Μακάριος γιατί ματαίωσε τον πόθο του κυπριακού λαού για την Ένωση με την Ελλάδα. Τον πατριωτισμό τους χρησιμοποίησαν για να τους κάνουν όργανά τους, αυτοί που έφεραν τον τουρκικό στρατό στη Λευκωσία.

Οι δολοφόνοι βέβαια και αυτοί που τους έδιναν τις εντολές δεν παραιτήθηκαν από τις επιδιώξεις τους. Τον περίμεναν δεκαπέντε μέρες αργότερα, του έστησαν ενέδρα και γάζωσαν το Φιατάκι του (παρέμεινε στην κατάσταση που το άφησε η επίθεση στην αυλή της οικίας του μέχρι το τέλος της ζωής του). Ο ίδιος γλύτωσε, όχι όμως ο ποιητής και γραμματέας της σοσιαλιστικής νεολαίας που τον συνόδευε, ο Δώρος Λοΐζου, που είχε προλάβει πάντως, προτού τον σκοτώσουν, να γράψει τους στίχους: “Ω, εσείς που συνεχίζετε στον έξω κόσμο μια κανονική ζωή, δίχως κινδύνους κι άλλες ταλαντεύσεις, μη μας κατηγορήσετε πως συνηθίσαμε, πως τάχα δεν πικραίνεται η καρδιά μας, έστω κι αν μόνοι μας διαλέξαμε αυτό τον άγριο δρόμο”.

Δυό χρόνια αργότερα, ο “Γιατρός” θα διακινδυνεύσει πάλι τη ζωή του πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στη Βηρυτό, μαζί με δύο στενούς συνεργάτες του, ενώ μαινόταν ο εμφύλιος, να ξεπληρώσει το χρέος της Κύπρου στους Παλαιστίνιους, για τη βοήθεια που της έδωσαν. Ήταν ο μόνος ξένος που ο Γιασέρ Αραφάτ είχε κάνει επίτιμο μέλος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Οι δυσκολίες της αντίστασης

“Στην εποχή μας είναι πιο δύσκολη η αντίσταση”, μου είπε μια μέρα ψηλά στο Τρόοδος, εκεί που διατηρούσε το εξοχικό του. Και αν ήταν κάποιος που ήξερε από αντίσταση, ήταν αυτός, που ενσάρκωσε σε όλη του τη ζωή και με όλο του το είναι, το αντιστασιακό, το δημοκρατικό, το ανθρωπιστικό και το οικουμενικό (διεθνιστικό θα το έλεγαν άλλοι) περιεχόμενο του αγωνιζόμενου, εδώ και πολλούς αιώνες, για την ελευθερία του, για την εθνική και την κρατική του συγκρότηση, για την κοινωνική του προκοπή του ελληνικού λαού. Η ομορφιά της ψυχής του και η καθαρότητα της σκέψης του καθρέφτιζονταν και στα πολύ ωραία και πολύ σωστά ελληνικά που μιλούσε, τόσο σπάνιο σε μια εποχή γενικευμένης κακοποίησης της ελληνικής γλώσσας, συνοδού μιας εποχής παρακμής.

Το λαϊκό και το εθνικό

Η συνείδηση της ενότητας του εθνικού και του λαϊκού στοιχείου ήταν το υπόβαθρο της πολιτικής φιλοσοφίας του Γιατρού. Και δεν υπάρχει πιο κατάλληλος τρόπος για να το συνειδητοποιήσει κανείς αυτό από την Ελλάδα και την Κύπρο. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς τις λαϊκές τάξεις, αν ανεχθείς ένα αποικιοκρατικό καθεστώς. Και δεν μπορείς να το πολεμήσεις (από τη στιγμή που το ίδιο δηλώνει χωρίς περιστροφές ότι δεν θα αφήσει ποτέ το νησί) περιοριζόμενος σε αιτήματα και υπομνήματα για τον σκουπιδοφάγο του αποικιοκράτη. ‘Όπως δεν μπορείς να λες δημαγωγικά ότι υπερασπίζεσαι το “έθνος”, αδιαφορώντας για τις λαϊκές του τάξεις, αυτές που είναι, στην πραγματικότητα, ο φορέας και η ενσάρκωσή του.

Η βαθύτερη κατανόησή του για τη συσχέτιση, την ενότητα και αλληλεξάρτηση του κοινωνικού και του εθνικού στοιχείου, οδήγησε στην πραγματικότητα τη δράση του Λυσσαρίδη εναντίον του εμφυλίου, που στον ελληνικό χώρο οργανώθηκε ιστορικά ως σύγκρουση της “κοινωνικής” και της “εθνικής” ταυτότητας. Αυτός ήταν ο υπόγειος συνεκτικός κρίκος, ανάμεσα στις αριστερές μάζες, που παρέμεναν πιστές στο κόμμα τους, το ΑΚΕΛ, δεμένα μαζί του από τους σπουδαίους κοινωνικούς αγώνες όπου πρωταγωνίστησε, αλλά που δεν ήταν δυνατό να παραμείνουν, έστω και “μέσα τους”, αδιάφορες για την εθνική υπόθεση, από τη μια, και, από την άλλη το κομμάτι του λαού που ταυτιζόταν με την ΕΟΚΑ, το εθνικό κίνημα της Κύπρου. Ταυτόχρονα, και με τον τρόπο του, ο Γιατρός λειτούργησε, εκ των πραγμάτων, και ως φρένο στον αντικομμουνιστικό, ακροδεξιό κατήφορο που έκαναν ότι μπορούσαν, Αμερικανοί και Άγγλοι, για να προσλάβει το εθνικό κίνημα του νησιού, ώστε να χτυπήσουν έτσι ευκολότερα και το ίδιο και την κυπριακή Αριστερά.

Ο Λυσσαρίδης τα κατάλαβε αυτά βαθιά και αυτά τον οδήγησαν στην άσκηση έντονης κριτικής στην ηγεσία του ΑΚΕΛ με μια μπροσούρα για το εθνικό, που χρησιμοποιούσε πολύ τις θέσεις του Μαρξ προς υπεράσπιση των Ιρλανδών κατά της Βρετανίας. Θα προσχωρήσει τελικά στην ΕΟΚΑ, συγκροτώντας την Οργάνωση των Αριστερών Πατριωτών.

Η Επανάσταση

Προσπαθώντας μια μέρα να με κάνει να νοιώσω το κλίμα της εποχής του αγώνα, την έκσταση που έκανε δυνατό το μεγαλείο, μου διηγήθηκε πως οι συγγενείς και οι φίλοι των απαγχονιζόμενων από τους Εγγλέζους δεν επέτρεπαν στον εαυτό τους να δώσουν συλλυπητήρια στις μανάδες τους. Τις συνέχαιραν για την τιμή που τους έκαναν τα παιδιά τους, πέφτοντας στον αγώνα.

Είναι εκείνη την περίοδο που θα γνωρίσει και θα ερωτευθεί τη σύντροφο της ζωής του, τη Μπάρμπαρα, Αμερικανίδα δημοσιογράφο που θα έρθει για να πάρει μια συνέντευξη από τον Γρίβα και θα μείνει για πάντα στο νησί, ως δημοσιογράφος και συγγραφέας, αλλά θα συμμετάσχει ενεργά και στους αφρικανικούς εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες. Ήταν αυτή που, πηγαίνοντας στον τόπο του μαρτυρίου του Αυξεντίου, κατέγραψε επί τόπου την έκφραση θαυμασμού του Βρετανού επικεφαλής της μονάδας που τον εξόντωσε για την παλληκαριά του, προκαλώντας το μένος του διοικητή των βρετανικών δυνάμεων της Κύπρου.

Το “Όχι” στη Ζυρίχη και το Λονδίνο

Προσκληθείς στη διάσκεψη του Λονδίνου ως ένας από τους δύο εκπροσώπους της ΕΟΚΑ, ο “Γιατρός” θα επιχειρήσει να επικοινωνήσει με τον Γρίβα πριν φύγει από το νησί, δεν θα λάβει όμως ποτέ απάντηση. Αντιτάσσεται σθεναρά στην υπογραφή των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου και η αντίθεσή του αυτή, ακριβώς επειδή προέρχεται από την ίδια την ΕΟΚΑ, αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος από τις αντιρρήσεις των άλλων Κυπρίων αντιπροσώπων. Ο Μακάριος θα υπογράψει τελικά τις συμφωνίες, υπό τις πιέσεις Καραμανλή και τις απειλές Αβέρωφ, ενεργούντων ως οργάνων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας. Τις στήριξε στην Αθήνα τις συμφωνίες ο Γεώργιος Παπανδρέου και τις επέκρινε σφοδρότατα ο ηγέτης της ελληνικής Αριστεράς Ηλίας Ηλιού. Μεγαλύτερη σημασία όμως από το τι είπαν τότε οι Έλληνες πολιτικοί, είναι αυτό που ομολόγησαν οι ίδιοι οι Βρετανοί, όπως ο κορυφαίος νομομαθής τους Stanley de Smith, που έγραψε για τις συμφωνίες του 1960 και το Σύνταγμα που καταρτίστηκε στη βάση τους:

“Ποτέ στους αιρετούς εκπροσώπους μιας πολιτικής πλειοψηφίας… δεν τέθηκαν τόσο τρομερά εμπόδια στη διακυβέρνηση… (το Σύνταγμα) είναι μοναδικό στη ραδιούργο (tortuous) πολυπλοκότητα… και στην πολλαπλότητα των ασφαλιστικών δικλείδων που παρέχει για την κύρια μειονότητα: Το Σύνταγμα της Κύπρου είναι μοναδικό μεταξύ των συνταγμάτων του κόσμου. Δύο έθνη κατοικούν κάτω από τη σκιά του, σε ανήσυχη αντιπαράθεση, αβέβαια κατά πόσο αυτή η πρόχειρα ισορροπημένη δομή δεν θα γκρεμιστεί, ανά πάσα στιγμή, πάνω στα κεφάλια τους” (TheCommonwealthanditsConstitutions, Stevens and Sons, London 1964).

Οι συμφωνίες του 1960, όπως και πολύ αργότερα το Σχέδιο Ανάν που απηχεί ακριβώς την ίδια φιλοσοφία, όπως και οι παραλλαγές του που τώρα συζητώνται σε διάφορες Γενεύες, δεν φτάχτηκαν για να λειτουργήσουν, φτιάχτηκαν για να καταρρεύσουν, ώστε να πάρει πίσω ο δυτικός συλλογικός αποικιοκράτης τον έλεγχο του νησιού (για τον οποίο βέβαια θα έχει τότε, ακόμα περισσότερους λόγους να αγωνιστεί και θα το κάνει και η Τουρκία). Η διαρκής επανεμφάνιση τέτοιων σχεδίων επιβεβαιώνει την οργανική ενότητα της δυτικής αποικιακής πολιτικής απέναντι στην Κύπρο, στην πραγματικότητα και απέναντι στην Ελλάδα, δυστυχώς όμως επιβεβαιώνει και τα τόσο συχνά φαινόμενα ακραίας υποτέλειας που χαρακτηρίζουν Κύπρο και Ελλάδα. Όλη η ιστορία του Κυπριακού είναι ένα αποστομωτικό επιχείρημα για τις τραγωδίες που πλήττουν λαούς των οποίων οι ηγεσίες δέχονται να παραβιάσουν τις πιο βασικές αρχές της κρατικής κυριαρχίας, είτε στην οικονομική κρατική λειτουργία τους, είτε ως προς την υπόστασή τους την ίδια. Λαοί και έθνη χωρίς κράτος, κινδυνεύουν σήμερα να χαθούν πολύ περισσότερο από άλλοτε.

Η Χούντα

Όταν τα τανκς κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας στις 21 Απριλίου 1967, ο “Γιατρός” κατάλαβε αμέσως το πού θα οδηγήσει αυτό εφτά χρόνια αργότερα. Το κόμμα του, η ΕΔΕΚ, και είναι το μόνο, σπεύδει να κατέβει στους δρόμους της Λευκωσίας και να φάει πολύ ξύλο, διαμαρτυρόμενο κατά του αμερικανοκίνητου πραξικοπήματος. Αργότερα, θα συνεργαστεί στενά με τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΚ.

Η τελευταία μάχη

Όταν, το πρώτο εξάμηνο του 2015, μια ομάδα ανθρώπων σκέφτηκε να πραγματοποιήσει στους Δελφούς ένα διεθνές συνέδριο για την ελληνική και ευρωπαϊκή κρίση, θα βρει πρόθυμο συμπαραστάτη τον “Γιατρό”, που θα ενισχύσει ποικιλόμορφα και πολύ ουσιαστικά την προσπάθεια, με το Ίδρυμα Λυσσαρίδη να εκπροσωπείται στην οργανωτική επιτροπή.

Η κατάστασή του δεν του επέτρεψε να έχει φυσική παρουσία, έστειλε όμως την ομιλία που διαβάστηκε στο συνέδριο . Πρόκειται για ένα μικρό, περιεκτικό κείμενο σπάνιας καθαρότητας και οξυδέρκειας. Εισάγει τον όρο “Χρηματοκρατία” για να ορίσει την επικράτηση του οικονομικού επί του πολιτικού στοιχείου, το νέο βαθμό κυριαρχίας του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου επί της ανθρωπότητας που προσδιορίζει, μαζί με την προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών για έναν μονοπολικό κόσμο, ως κύριες απειλές για τον ανθρώπινο πολιτισμό στην εποχή μας.

Σε αυτά τα πλαίσια αντιλαμβάνεται και την οικονομική επίθεση κατά της Ελλάδας και την αναπόφευκτη εξέγερσή της, με όποιους τρόπους, μέσα και ηγεσίες βρήκε να την κάνει, εναντίον των “Πιστωτών” (κάτι, σημειωτέον, που πολύ λίγοι συνειδητοποίησαν πλήρως, ή πάντως έλαβαν επαρκώς υπόψιν τους και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη).

Το κείμενο έχει γραφεί ένα μήνα πριν τη βαρύτατη ελληνική ήττα του Ιουλίου 2015. Όχι μόνο ο Βάσος έχει πλήρη συνείδηση του δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων, έχει επίσης πλήρη συνείδηση των “υποκειμενικών” λόγων που διαμόρφωσαν αυτό τον συσχετισμό, και που υπήρξαν μια από τις βασικότερες αιτίες της ήττας που επρόκειτο να επέλθει.

Και είναι αυτός ο λόγος που τονίζει την τελείως στοιχειώδη, εκ των ουκ άνευ, αλλά τόσο λίγο κατανοητή στην πράξη, ανάγκη από κοινού διεθνούς δράσης, κατά τόσο ισχυρών και φοβερών εχθρών.

Το σκοτάδι

Θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο με την ευαισθησία του Βάσου να μη βλέπει το σκοτάδι που τον περικύκλωνε, την οσμή μιας αποσύνθεσης που απειλεί να καταπιεί μέσα της κυπριακή κοινωνία, όπως και την ελλαδική κοινωνία, να μη φοβηθεί αυτό το σημάδι. Του ήταν όμως και αδύνατο και να υποταχθεί σε αυτό. Πάλευε με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο, σε κάθε τομέα, στα όρια που του άφηνε η βιολογική του ύπαρξη και προσπαθώντας συνέχεια να τα ξεπερνάει.

Οι άνθρωποι, οι λαοί και οι χώρες, η ανθρωπότητα δεν μπορεί να έχει μέλλον αν δεν αγωνιστεί για να το αποκτήσει. Όποιος δεν αγωνίζεται πεθαίνει. Και ο πολιτισμός, λέει κάπου ο Μπρωντέλ, δεν είναι παρά τα επιτεύγματα των ανθρώπων, απαντώντας στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Η Ιστορία παραμένει ένα διαρκές αίνιγμα. Ο “Γιατρός” κατέκτησε με το σπαθί του μια σπουδαία θέση στην κυπριακή, ελληνική και παγκόσμια ιστορία. Μπορεί στη μορφή να είναι συχνά διαφορετικά, τα προβλήματα και οι προκλήσεις που εμείς αντιμετωπίζουμε, δεν είναι λιγότερο ζωτικά και απειλητικά από αυτά που παλεύοντας να τα αντιμετωπίσει ο “Γιατρός” έγινε αυτός που υπήρξε.

Αλλά μιλήσαμε πολύ εμείς για τον “Γιατρό”. Ας αφήσουμε τον ίδιο τώρα να μας μιλήσει:

Η γεννήτρα Οργή

Οργίζομαι
Η δημοκρατία εξευτελίζεται.
Ο λαός παρακάμπτεται.
Το κοινωνικό κράτος φυλλορεί.
Η λαϊκή κυριαρχία πλαστογραφείται.
Οργίζομαι.
Επιδιώκω παρουσία στις οργισμένες
πλατείες της Ευρώπης
με άρχοντες ψευδεπίγραφης
λαϊκής κολοβωμένης εντολής.
Οργίζομαι.
Θέλω να τρέξω στα
σταυροδρόμια της αναμέτρησης
μα δύσκολα ανασηκώνομαι
από την πολυθρόνα της βιολογικής
αναπηρίας.
Κάθε βήμα και μια αγωνιώδης απόπειρα
κι αυτό δεν λοξοδρομεί
αλλά φουντώνει την οργή.
Καλύτερα νεκρός παρά απών.
Θα δανεισθώ τα δεκανίκια της
αποφασιστικότητας
κι ας είναι τα δεκανίκια
προς το θάνατο.

(*) Το περιστατικό με τον Νάσσερ, όπως και άλλα στα οποία αναφέρομαι, όταν δεν αναγράφεται άλλη πηγή, μου το διηγήθηκε ο ίδιος ο “Γιατρός”. Περιλαμβάνεται σε σειρά συνεντεύξεων που ελήφθησαν επί σειρά ετών. 

(**) Το Κυπριακό υπήρξε καμπή στην καριέρα του “Μάγου της Διπλωματίας” Κίσινγκερ, γιατί, ενώ βρισκόταν στον κολοφώνα της ακτινοβολίας του και των διπλωματικών του επιτυχιών και θριάμβων (που περιελάμβαναν βέβαια και κάμποσα εγκλήματα, όπως στη Χιλή), στην Κύπρο έχασε. Το πραξικόπημα στη Λευκωσία ήταν ακριβές αντίγραφο εκείνου που οργάνωσε στο Σαντιάγκο της Χιλής το 1973, αλλά με μία κρίσιμη διαφορά. Ο Αλλιέντε σκοτώθηκε, ο Μακάριος (και με αυτόν το κράτος του) διασώθηκε. Το σχέδιο δεν προέβλεπε ασφαλώς να πάρει τη θέση του ένα γελοίο πρόσωπο όπως ο Σαμψών, αλλά κανείς δεν θέλησε να παίξει τον ρόλο αυτό, όταν έμαθε ότι ζει ο Μακάριος. Ο Κίσινγκερ επικρίθηκε εντονότατα στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες για όσα έκανε στην Κύπρο, πολύ περισσότερο μάλιστα από τη στιγμή που όσα έκανε θεωρήθηκαν σοβαρή αποτυχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και το έφερε όλο αυτό πολύ βαρέως έκτοτε. Είχα και προσωπικά την ευκαιρία να το διαπιστώσω στην πρώτη συνεδρίαση του Φόρουμ για την Ασφάλεια του Μονάχου, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του Προέδρου Μπους του νεώτερου. Όταν τον ρώτησα, στο περιθώριο των εργασιών, που κάλυπτα δημοσιογραφικά, για το βιβλίο του Χίτσενς “Η Δίκη του Κίσινγκερ”, που είχε μόλις τότε δημοσιευθεί προκαλώντας πάταγο, και που αναφέρεται στην Κύπρο, το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση περίπου αποπληξίας, που δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου σε άλλον άνθρωπο. Άλλαξε δέκα χρώματα πριν με ρωτήσει, αποσβολωμένος, αν είμαι από την Κύπρο προτού συνέλθει κάπως και αποδώσει την ευθύνη για όσα συνέβησαν στους ίδιους τους Κυπρίους.

Πηγή: kosmodromio.gr

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.