ΕΛΛΑΔΑ

Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*

Ρούχα φτιαγμένα από τσουβάλια, κουρτίνες, αλεξίπτωτα…

Από τα ενθύμια της παιδικής μου ηλικίας, ξεχωριστή θέση έχει ένα μπουφάν φθαρμένο και χιλιομπαλωμένο. Κάθε φορά που το βλέπω, συγκινούμαι γιατί σκέφτομαι τον καθημερινό αγώνα της μητέρας μου (με πέντε παιδιά), όπως φυσικά και των άλλων μανάδων, να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής ενός φθαρμένου ρούχου. Μπαλωμένα αλλά πάντα καθαρά τα ρούχα μας.

Οι παλιοί, όπως πάντα, έχουν να μας αφηγηθούν σχετικές ιστορίες που σήμερα μοιάζουν απίστευτες…

«Στημόνι βαμπακερ’νό και το υφάδι μάλλινο»


Τηλεφωνική κλήση λίγο μετά το Πάσχα σε υπερπολύτιμη αιωνόβια πληροφορήτρια:

«Καλούτσικα είμι, Βασίλη μ’, αλλά θαμπογλέπω…

Καλά πέρασαμαν τ’ Λαμπρή, αλλά μας έλειψι ου κόσμους… Πάλι μαναχοί μας ήμασταν φέτο. Έχου 100 χρόνια, τέτοια Λαμπρή δε ματαθ’μήθ’κα ποτέ.

Αναστενάζω, βγαίνει ο αχνός και μέσα βράζει ο πόνος. Η στενοχώρια ‘ν’ είναι. Δε σώνει η ψυχούλα μ’ να κρίνω (μιλήσω)…

Η πιθιρά μ’ φόραγι φούστις μάλλινες, υφαμένες στον αργαλειό. Στημόνι βαμπακερ’νό και το υφάδι μάλλινο. Όσο να ’ναι, τ’ς γρατσούναγε στο κορμί το μάλλινο το ύφασμα, αλλά τι να έκαναν, δεν είχαν κι άλλο να βάλουν. Σάμπως είχαν κομπινεζόνια, βρακιά, με το συμπάθειο… Κι στ’ μέρα τ’ θ’κή μ’ για φ’στάνια είχαμαν τα κότελα, πλεχτά με το βελονάκι. Έπλεξα εγώ με το βελονάκι… Γνέμα από πρόβατο. Άμα θα έρθ’ς εδώ στο σπίτι, να με κεντάς (να με ρωτάς), για να σ’ λέου.

Τ’ς πρόπ’σα (πρόλαβα) κι τ’ς φ’στανέλες ιγώ. Ο μπαρμπα-Στέφος ο μακαρίτ’ς είχε έρθει συχαριάτ’ς (μέλος γαμήλιας πομπής) στο σπίτι μ’ τότε π’ παντρεύ’κα.

Στ’ς οχτώ μέρες άλλαζε ο κόσμος τότε! Δε μολοϊόνται τα πάθη (βάσανα) μας! Τώρα κάθε εποχή κι μόδα! Άλλα ρούχα! Χειμωνιάτικα, καλοκαιρ’νά, χινοπωριάτ’κα! Τ’ αλλάζουν τα ρούχα. Ήξεραμαν κι ιμείς τι είναι τα χειμωνιάτ’κα κι τα καλοκαιρ’νά, αλλά δεν είχαμαν να πάρουμι. Τα ίδια φόραγαμαν χειμώνα-καλοκαίρι. Ε, το χειμώνα έβαναμαν διπλά ρούχα. Δεν ξεσυνερίζομασταν τότε (δηλ. δεν σχολιάζαμε τι φοράει ο καθένας). Οι παραπλούσιοι τα πετάν’ τα ρούχα, ούτε τα δίνουν σι κάνα φτωχό…».

Ένα ρούχο καθημερινό κι ένα επίσημο


Σήμερα θεωρείται δεδομένο ότι ο καθένας έχει ρούχα που τα φοράει καθημερινά, ενώ άλλα τα έχει για επίσημες περιστάσεις, κάτι που δεν ίσχυε για τους προγόνους μας. Η συνομιλήτριά μου μολογάει:

«Ιμείς όταν ήμασταν πιδιά, είχαμαν από ένα ρούχου καλό ου καθένας κι του φύλαγαμαν για να πααίνουμι στ’ν ικκλησιά, όπουτι λειτούργαγι ου παπάς. Χ’στού, Λαμπρή… Να πάμι να μιταλάβουμι.

Πού παλτά κι μπουφάνια… Εμείς είχαμαν ένα ρούχο καλό κι ένα π’ φόραγαμαν κάθι μέρα. Κι αυτό που ’χαμαν για κάθε μέρα, το ‘πλενε η μάνα μας κάθε Σαββάτο για να το ματαφορέσουμε. Άμα χάλαγε, δεν είχαμαν κι μπαλώματα για να βάλουμι.

Τότε π’ μεγάλωσαμαν λίγο, άμα μάθαιναμαν ότι ήρθαν δέματα μι ρούχα, π’ τα μέραζε η Ούντρα, σφίγγομασταν (τρέχαμε) να πάρουμι. Τα πλειότερα (περισσότερα) ρούχα ήταν φορεμένα, αλλά ήταν κι κάνα καινούργιο μέσα μέσα. Απ’ τα καλά τα ρούχα έμνησκε κι κάνα, αλλά τα πολλά τα ‘παιρναν αυτοίνοι απ’ τ’ς επιτροπές, π’ περιλάβαιναν κι μέραζαν τα ρούχα».

Τα σκισμένα… δεν τα φορούσαν λόγω μόδας!


Ξαφνιάζεται ο συνομιλητής μου (γεν. 1943) με την ερώτηση και απαντά αναλόγως:

«Αν φόραγα μπαλουμένα ρούχα; Φουράου κι τώρα μπαλουμένα! Αν μι ήγλιπις τώρα πο’ ’κουβα τα ξύλα, θα καταλάβαινες. Τα καινούργια τα ρούχα δεν τα ‘χουμι για δ’λειές. Τα μπαλώνει η γ’ναίκα μέχρι να λιώσουν ντιπ.

Κάπουτι είπα σι κάποιουν: “Ξέρ’ς κάναν να είνι φτουχός; Για να τ’ δώκου κάτι παλιά ρούχα”. Κι μου ’πε αυτός: “Περισσότιρου φτουχός απού ‘σαι ισύ δεν είναι κάνας! Τέτοιου παντιλόνι τι να του κάνει;”.

Τώρα γιόμ’σε ο τόπος π’κάμ’σα, παντιλόνια…

Τότι που ‘μασταν πιδιά, παράδειγμα δέκα χρονών, ένα παντιλόνι είχαμαν. Αυτό έπριπι να του φουράς, να του πλέν’ς. Μπαλώματα;! Του παντιλόνι είχι περισσότιρα μπαλώματα απ’ ό,τι ήταν του θ’κό του του ύφασμα.

Δεν ήταν άνθρουπους π’ να μη φοράει μπαλωμένα ρούχα, σκισμένα.

Ακόμα κι πολύ παλιό να ‘ταν του ρούχου, άμα είχι κανιά π’θαμή ύφασμα, το βάσταγαν, για να το κολλήσουν (μπαλώσουν) σ’ άλλου ρούχου, να μην πάει χαμένο».

Η σύζυγος του ανακαλεί στη μνήμη της αντίστοιχα βιώματα:

«Τα ρούχα π’ φόραγαν ου κόσμους τα παλιά τα χρόνια δεν είχαν θ’κό τ’ς πανί (ύφασμα), ήταν όλο μι μπαλώματα, ξένα. Όχι π’ το ‘χουν τώρα τα παιδιά σα μόδα, που ‘ναι τα μ’σά τα ποδάρια όξου κι τα μ’σά μι ρούχου. Τότι στα θ’κά μας τα χρόνια, μπάλωναμαν τα ρούχα, γιατί δεν είχαμαν λιφτά ν’ αγοράσουμι καινούργιο. Άμα τσεκλιόνταν (σκιζόταν) ένα ρούχο κι δε μπαλώνονταν άλλο, έπαιρναν τα μπαλώματα αυτά κι τά ’βαναν σι άλλου ρούχου, που ‘ταν λιγότερου χαλασμένου, είχε ψωμί (αντοχή) ακόμα.

Ήταν κι κόσμος π’ δεν είχαν ντιπ ρούχα. Άμα ήθιλαν να φανούν λίγο, παράδειγμα να πάν’ στο παν’γύρι, στ’ν εκκλησιά, έπαιρναν ένα ρούχου απ’ τ’ν αδερφή ή τ’ν ξαδέρφη για να πάν’. Παλιά ρούχα φόραγαν, τσέκλια. Άμα ήταν 3-4 αδερφές σ’ ένα σπίτι, δεν είχαν ου κόσμους λιπτά, ν’ αγοράσουν για όλες τ’ς κοπέλες. Αγόραζαν ένα ζευγάρι παπούτσια κι εξυπηρετιόνταν όλες οι κοπέλες, με τ’ν αράδα.

Για τα ρούχα ρωτάς ισύ; Εδώ ο κόσμος δεν είχαν ψωμί να φάν’. Κι αν είχαν ψωμί, δεν είχαν προσφάι να φάν’. Πείναγαν τότι ου κόσμους. Έτσι πέραγαν τα χρόνια τότε…».

Μισό πουκάμισο… κι από πάνω σακάκι!


Ένας 87χρονος συνομιλητής μου περιγράφει με πικρό χιούμορ τι φορούσε ο πατέρας του λόγω φτώχειας: μισό πουκάμισο! Δηλαδή μπροστά είχε κανονικά ύφασμα, ενώ πίσω συγκρατούνταν με δύο λωρίδες. Λόγω του σακακιού… κανείς δεν έπαιρνε είδηση!

«Ο μακαρίτ’ς ο πατέρας μ’ ήταν οργανοπαίχτ’ς, έπαιζε λαούτο και τραγούδαγε, μέχρι το ’70. Πάαινε σε πολλούς γάμους κι πολλά πανηγύρια και σε γιορτάσια (ονομαστικές γιορτές). Πάαινε στα γιορτάσια στ’ν Άρτα και τ’ς έδωναν γλυκά, μάζωνε γλυκά στ’ν τσιάντα. Κι άμα είχαν οι ν’κοκυραίοι, τ’ς έδωναν κι κάνα φράγκο, κάνα τάλιρο (πέντε δραχμές).

Έπρεπε να πααίνει καλά ντ’μένος. Γι’ αυτό εφεύρηκαν αυτό π’ θα σ’ πω. Να φκιάνουν πουκάμ’σο μονάχα με τα μπροστάρια, το μπροστ’νό να φαίνεται ότι είναι π’κάμ’σο κι πίσω κρατιόνταν (συγκρατούνταν) με δυο λωρίδες! Σαν και να ‘ταν ζώστρα π’ βαστάει το σαμάρι! Αυτά τα π’κάμ’σα δεν είχαν γιακάδια.

Οι λωρίδες πίσω ήταν μία στον πάτο και μία στ’ν κορφή (στο κάτω και στο πάνω μέρος). Αλλά μπροστά φαίνονταν ότι ήταν π’κάμισο, γιατί φόραγαν το σακάκι. Το σακάκι δεν το ‘βγαναν ποτέ, ούτε το καλοκαίρι, αφού φόραγαν μ’σό πουκάμισο, με λωρίδες. Αλλά φαίνονταν ότι είναι… πουκαμισιά! Γιατί φαίνονταν μπροστά καινούργιο π’κάμ’σο κι πίσω ήταν… λάκα (κενό)! Ε, φόραγι, κι μάλλινη φανέλα από μέσα.

Χρον’κής μ’ αυτά τα ρούχα πάαιναν, χειμώνου-καλόκαιρο. Μάλλινα σακάκια το καλοκαίρι στο παν’γύρι τ’ς Αγία Παρασκευή, τ’ς 26 Ιουλίου. Με τόση ζέστα…

Αλατζιάς ήταν το ύφασμα, πρόστυχα υφάσματα (φτηνά, κακής ποιότητας). Αφού έκαναν το βομπαρδισμό στ’ν Άρτα, πού να ’βρισκες ύφασμα... Μέχρι το ’42-45, τέτοια π’κάμ’σα κυκλοφόραγαν. Δεν παραπονιόταν κανένας, αφού δεν είχι κανένας καλύτιρου ρούχου να φουρέσει».

Υπερπολύτιμο το… ξηλωμένο χιτώνιο των Ιταλών!


Χρονομάρτυρας θυμάται τις στερήσεις που έζησε όταν ήταν μικρό παιδί, στη διάρκεια της Κατοχής:

«Το θ’μάμαι σαν τώραϊα. Μέσα εκεί, ’42, εκεί ήταν… Ήταν Ιταλοί στ’ν Άρτα…

Ου μακαρίτ’ς ου πατέρας (γενν. 1897) κάπουτι είχι πάει ένα φόρτουμα ξύλα στ’ Άρτα μι τ’ φοραδούλα μας.

Κι θ’μάμαι είχε φέρει στον τροβά μέσα ένα χιτώνιο ιταλικό. Πούλησε τα ξύλα κι πήρε το σακάκι γι’ αντάλλαγμα για όλο το φόρτωμα. Δεν πήρε λιπτά. Αλλαγή (ανταλλαγή). Έδωκε ο πατέρας μ’ ένα φόρτωμα ξύλα κι πήρε αυτό το χιτώνιο…

Δεν ήταν χιτώνιο σαν τα ελληνικά ώς τη μέση, ήταν ώς κάτου, σα σακάκι. Ήταν όπως είνι αυτά π’ φουράν’ σήμιρα οι χωροφυλάκοι το χειμώνα, και τέτοιο χρώμα. Έτσι, προς το μπλε.

Κι ήταν ξεραμένο, ξ’λωμένο, αλλά κάπου κρατιόνταν στ’ν κορφή. Άμα το σήκωνες απ’ το γιακά, φαίνονταν πώς ήταν. Έρχονταν σε σιουρέτι, στο σουλούπι π’ του ’ταν.

Με τ’ φτώχεια που ‘χαμαν, τσακώθ’καμαν εκειό του βράδυ με τ’ αδέρφια μ’, ποιος θα του πάρει… καινούργιου πράμα, ας ήταν ξηλωμένου!

Το σωμπόλιασε (το επιδιόρθωσε) η μακαρίτ’σσα η μάνα κι το φόραγαμαν όλοι στα γίδια, με τ’ν αράδα, πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Κι άμα βρέχονταν, το πύρωναμαν στ’ φωτιά του βράδυ, για να του ‘ναι έτοιμου του προυί, να του βάλει ου άλλους.

Ήταν ξεραμένο (ξηλωμένο), αλλά ήταν καλό, βάσταγι κρύου. Κι είχι κι τα κουμπιά.

Πάλι καλά που ‘ταν κι αυτό το χιτώνιο το ιταλικό… Πού θα να’βρισκες καινούργιο ρούχο…».

Χύμα κλωστές


Επειδή τα ρούχα τα φορούσαν καθημερινά, φθείρονταν πάρα πολύ γρήγορα, οπότε το μπάλωμα ήταν μια καθημερινή υποχρέωση για τις γυναίκες:

«Για να πάν’ να πλύνουν οι γ’ναίκες στο ρέμα, ζαλιγκώνονταν τα ρούχα, το καζάνι, τα ξύλα, λίγη στάχτη σι μία μπακούλα κι λίγα χνούδια, ρείκια, για ν’ ανάψουν τ’ φωτιά. Το καλοκαίρι ήταν μακριά το νερό, δεν ήταν σιμά.

Όταν στέγνωναν, τα μάζωνε και τα ’φερνε πάλι ζαλιγκωμένη. Τα ‘παιρνε από ένα ένα κι τα μπάλωνε. Άμα ήταν πουλύ χαλασμένο, τ’ κόλλαγε μπαλωματάκι. Κι πού να τού ’βρισκε κι το μπάλωμα.

Άμα ήταν λίγο ξ’λωμένο, το ’ραφε με τ’ν κλωνιά. Τ’ς κλωνιές τ’ς πούλαγαν στα μπακάλικα. Πούλαγαν κι σι καρούλια, αλλά κι χύμα, ματσάκι, έτ’μες κλωνιές (κομμάτια κλωστής).

Κι συνάμα, άμα ήταν κάνα χοντρό ρούχο, όπως ήταν το κοντοκάπι, έφκιαναν ραφίδι για να το ράψουν. Για να γένει το ραφίδι, έγνεθε τ’ν τ’λούπα (μαλλί προβάτου), στ’ ρόκα, κι το ‘φκιανε γνέμα ψιλούτσικο, το πέραγε σι μία χοντρή ραφίδα (βελόνα), για να περάει το γνέμα μέσα.

Τα τσιόλια (ρούχα) τα φόραγαν όλα τα παιδιά με τ’ν αράδα. Πρώτα τα μιγάλα τα πιδιά, κοντά τα μ’κρά, μέχρι πο’ ’λιωναν τα ρούχα κι τα πέταγαν.

Ιγώ θ’μάμαι άλλαζαμαν κι τα ρούχα. Είχαμαν ένα καλό σακάκι ιγώ κι τ’ αδέρφια μ’. Παράδειγμα, πάαινε ο ένας στον επιτάφιο κι ανσπάζονταν, γύρναγε στο σπίτι, άφ’νε το σακάκι κι το φόραγε ο άλλος, να πάει κι αυτός στ’ν εκκλησία».

Απ’ τη φουστανέλα… στα παντελόνια καμπάνα!


Εμείς σήμερα φουστανελοφόρους βλέπουμε μόνο τους εύζωνες ή τους χορευτές που είναι μέλη χορευτικών συλλόγων. Ο συνομιλητής μου (γεν. 1930) μιλάει για τα περασμένα:

«Οι παππ’λάδες κι οι πατεράδες μας φόραγαν φ’στανέλα, αλλά ήταν στα τελειώματα αυτήνη η… μόδα με τ’ φ’στανέλα! Θ’μάμαι καλά κάτι γερόντους να φοράν’ φ’στανέλα παλιακιά. Τι χάλι ήταν… Άσπρη φ’στανέλα λερώνονταν, αφού δεν πλένονταν, είχε πόστες, λαγκιόλια μαζωμένα (δηλ. πτυχές).

Για να καταλάβ’ς τι σ’ λέου, πώς γένονταν η φ’στανέλα, είνι σα να πάρ’ς μία κόλλα από τετράδιο, να τ’ μάσεις ποστούλα-ποστούλα (πτυχή) στ’ν κορφή, να τ’ απολύσεις κι να γένει σα λαγκιόλι από φ’στανέλα.

Αφού ήταν κάτω (στο κάτω μέρος) λεύτερο, μαζωμένο πόστες απάνω, χοντρό ύφασμα κι δεν πλένονταν.

Κοντά βήκαν οι τσιακτσίρες. Παντελόνι υφαμένο στον αργαλειό. Πάαιναν στο ράφτη ή στ’ μοδίστρα για να τ’ς το ράψει.

Μετά βήκαν οι κιλότες. Οι κιλότες… ήταν για τ’ς άντρες! Κάτω ήταν στενό, μετά βασάνου πέραγες το ποδάρι, κι απάνω ήταν πλατύ, όσο το παντελόνι κι λίγο πλατύτερο. Και δεξιά-αριστερά είχε δυο μύτες η κιλότα η αντρικιά.

Κι κοντά βήκαν οι καμπάνες τα παντελόνια, θα τα θ’μήθ’κες κι ισύ.

Τώρα φοράν’ όλοι κουστούμια…».

Τα τσουβάλια ήταν χρήσιμα γεμάτα αλλά κι άδεια!


Το μεγάλο πρόβλημα στις δύσκολες εποχές ήταν η εξασφάλιση ενός κομματιού υφάσματος για να ράψουν ρούχα. Επειδή αυτό δεν μπορούσαν να το βρουν, επινοούσαν λύσεις με οποιοδήποτε διαθέσιμο υλικό…

«Τότε π’ λευτερώθ’καμαν, έστιλναν οι Αμερικάνοι βοήθεια. Γιατί δεν είχαμαν τίποτα να φάμι, ούτι να ντ’θούμι. Ούλου μπαλουμένα ρούχα, παλιά, είχαμαν. Στον τσαγκάρη πάαιναν κάτι παλιοπάπ’τσα να κρατήσουν κι άλλο. Έβαναν καινούργια βάρδαλα. Ξέρ’ς ποιο είνι του βάρδαλου; Το πίσω μέρος τ’ παπουτσιού για να σταθεί ορθό. Έβαναν κι φόλες, μπαλώματα, ή μύτες. Καραγκιόζ’δες ήμασταν όλοι. Τα δέρματα τα ‘χαν πάρει όλα οι Γερμανοί, φορτώματα.

Τα τρόφιμα τα ‘φερνε η Ούντρα στ’ Νομαρχία, ιδώ στα Γιάννινα. Κι η Νομαρχία τα μέραζε στ’ς μπακάληδες. Με νούμερο ου καθένας, με το δελτίο. Πώς έχουμι τώρα τ’ν κάρτα; Ένα χαρτονάκι ήταν, το θ’μάμαι. Αν δεν είχις του χαρτονάκι, δε μπόρ’γες να πάρ’ς αυτά πο’ ’δ’νε η Ούντρα.

Στα τσιουβάλια τά ‘βαζαν τα φαουλάτα (τρόφιμα): αλεύρι, ζάχαρη, ρύζι, μακαρόνια. Ρύζι στ’ν Κατοχή; Άμα ήταν κάνα παλιορύζι π’ δεν άρεγε στ’ς Γερμανούς, αυτοί το πάαιναν στ’ Νομαρχία, να μας το μοιράσει στον κόσμο. Ή έμνησκαν τίποτα σταφίδες σκ’ληκιασμένες στ’ς αποθήκες, τ’ς έδ’ναν σ’ εμάς.

Αυτά τα τσιουβάλια ήταν χαριτωμένα, είχαν καλό ύφασμα, το ‘χω στα μάτια (το θυμάμαι). Επειδή ο πατέρας μας ήταν μπακάλης, έφευγε το εμπόρευμα κι έμνησκε το τσιουβάλι. Ποιανού θα τα’ πάαινε στο νου να φκιάσει ρούχα από τσιουβάλι;

Η αδερφή μ’ (γενν. 1925) θ’μάμαι είχι πάρει ένα τσιουβάλι από αλεύρι, το ‘πλυνε, το ‘κανε αφρό, κι το ‘ραψε, το ‘φκιασε φόρεμα καλοκαιρ’νό, κοντομάν’κο, αυτό το τσιουβάλι. Έφκιασε κι μια ωραία ζώνα. Ζώνες δεν ήταν ν’ αγοράσεις. Τ’ς έφκιαναν κι αυτές μι τα παλιά τα ρούχα που ‘χαν μείνει, μι κάνα παλιό εργόχειρο, κάνα κέντ’μα. Όλα γένονταν φανταχτερές ζώνες».

Κουστούμι… από σακί πατάτας


Η αξιοποίηση κάθε είδους υφάσματος αφορούσε και επίσημα ενδύματα:

«Όταν ήμαν μ’κρή (γενν. 1935) , τότι με τ’ αντάρτ’κου (ενν. Εμφύλιο), ου κόσμους δεν είχι λιφτά, αλλά ούτι κι ήταν πράματα (εμπορεύματα) για ν’ αγοράσει, ούτε για εντύματα, ούτε για ποδεσιά (υπόδηση). Ό,τι έβγαζι του σπίτι. Μι δαν’κά παπούτσια πάαιναν στ’ν εκκλησιά ου κόσμους, αφού δεν είχαν.

Κι ρούχα δαν’κά, αφού δεν είχαν. Άμα είχαν κανιά δ’λειά να πάν’ κάπου, πάαιναν στ’ γειτόν’σσα κι χάλευαν ρούχα κι παπούτσια.

Ιμείς είχαμαν ένα τζιοπάνο, φύλαγε τα πράματα (αιγοπρόβατα). Φτωχός κι τρισάθλιος (ενν. εξαθλιωμένος, όχι αχρείος). Ήταν νέος ο τζιοπάνος. Κι κάποτε θέλησε να παντρευτεί, αλλά δεν είχι λιπτά ν’ αγοράσει κουστούμι γαμπριάτικου.

Τό ‘δωκε ο μπάρμπας μ’ κάτι λινάτσες, τσιουβάλια από πατάκες κι τ’ς πάει στου ράφτη. Ου ράφτ’ς σέμπρεψε (ένωσε, έραψε) αυτές τ’ς σάκινες κι τό ‘ραψι κουστούμι. Θα του φόραγι ου άνθρουπους κι θα καμάρωνι».

Ουρανοκατέβατα καλούδια!


Τα πεδία ρίψεων, όπου τα βρετανικά πολεμικά αεροσκάφη έριχναν όπλα, τρόφιμα, ρούχα και λίρες, δεν τα γνώριζαν όλοι, «για να μη γένει λιμούρα (λεηλασία)», όπως λέει η Γιαννιώτισσα συνομιλήτριά μου, η οποία θυμάται ότι όταν κάποιος χωρικός βρήκε ένα αλεξίπτωτο, μοίρασε το πανί του και σε άλλους:

«Τ’ αλεξίπτωτα ήταν μιτάξι, έφκιαναν πουκάμισα πολυτελείας οι άντρες. Οι γ’ναίκες μ’ αυτό το πανί έκαναν κεντήματα, αλλά δεν έφκιαναν ρούχα, γιατί έφεγγε από μέσα (δηλ. διαγραφόταν η σιλουέτα της γυναίκας), τα ξέταζαν αυτά τότε. Έλεγαν “Ούι! Τ’ς φαίνονται από μέσα τα καμίσια!”. Καμίσια, δηλαδή π’κάμ’σα, έλιγαν τα εσώρουχα. Πού να βρεις ύφασμα τότι; Μ’ αυτό απ’ τ’ αλεξίπτωτα έφκιαναν ένα σωρό πράματα: καμίσια, φακιόλια (κεφαλομάντηλα)…

Κι είνι κι μιγάλου αυτό τ’ αλεξίπτωτο, άμα έχ’ς ιδεί κανιά φορά. Σα μαν’τάρι. Σαν ομπρέλα ήταν, είχι φύλλα φύλλα.

Αυτό τ’ αλεξίπτωτο δεν τού ‘βρισκες στο δρόμο. Ήταν ειδικοί αυτοί π’ μάζευαν τ’ αλεξίπτωτα. Κι άμα ήθιλαν μπορούσαν να σ’ δώκουν κι λίγου ύφασμα.

Τ’ αεροπλάνα έρ’χναν τ’ς κάσες με τ’ς λίρες στον κάμπο, όχι στα χωριά τα ορεινά, απάνου στα καταρράχια.

Έρ’χναν οι Εγγλέζοι κι έπρεπε τ’ς λίρες να τ’ς μοιράσουν και οι δυο στρατοί. Αλλά φαίνεται στ’ μοιρασιά κάπου θα τσακώθ’καν κι πιάσ’κε ο Εμφύλιος… Ε, ήταν κι άλλες αιτίες…».

Άλλη μαρτυρία: «Όποιος είχε τ’ν τύχη να βρει αλεξίπτωτο, θα ’φκιανε ρούχα, γιατί αυτό το πανί είνι κι μιγάλο, σα θηρία κουκουμέλα (τεράστιο μανιτάρι)!

Είνι μεταξωτό κι γερό, αφού κρατάει τον αέρα, όταν πέφτει ο άνθρωπος απ’ τον ουρανό.

Θ’μάμαι το ’49 ήταν κάποιος από ένα χωριό εδώ σιμά (ενν. τον Ξηρόκαμπο Νομού Άρτας) κι τον είχαν απολύσει απ’ το Γράμμο. Κίν’σε για να ‘ρθει στο χωριό. Στο δρόμο ψ’λά σι μία γκορτσιά (άγρια αχλαδιά) ήταν ένα αλεξίπτωτο. Πάει αυτός για ν’ ανεβεί στ’ γκορτσιά, αλλά πάτ’σε μία νάρκα που ‘ταν στ’ ρίζα απ’ τ’ γκορτσιά κι σκοτώθ’κε ο έρμος… Είχε άλλα δυο αδέρφια, ο ένας ζει ακόμα…».

Απ’ το κούρεμα προβάτων… στο πλέξιμο φανέλας!


Η 86χρονη συνομιλήτριά μου αφηγείται τα περασμένα, αλλά αναπόφευκτα τα συγκρίνει και με το παρόν: «Φανέλες είχαμαν, έπλεγαν οι γ’ναίκες μι τα θ’κά τ’ς μαλλιά, απ’ τα ζωντανά τ’ς. Όταν άρχιζε να ζεσταίνει, είχαν τον κούρο (κούρεμα ζώων). Έπαιρναν το ποκάρι απ’ τα πρόβατα, το ‘πλεναν στο ρέμα, το μοσκόπλεναν, για να φύγει η σαριά (βαριά μυρωδιά με λιπαρότητα που έχουν τα μαλλιά προβάτου).

Αφού το ‘λιαζαν, άρχιζαν το λανάρ’σμα. Έχ’ς ιδεί πώς είναι το λανάρι. Όπως έβγαινε το μαλλί απ’ το λανάρι, δόσεις δόσεις, έπαιρναν από ένα τύλιμα, μία δόση από μαλλί π’ τ’ν έλεγαν τ’λούπα, έγνεθαν το μαλλί στ’ ρόκα (ηλακάτη).

Το γνέμα το ‘φκιαναν ή λιανό ή χοντρό. Ανάλογα τι ήθιλαν να φκιάσουν. Το λιανό το γνέμα για φανέλες μάλλινες ή μπλούζες. Πιο χοντρό ήταν για ζακέτις, για φούστις, κασκόλια, ό,τι σκ’τί (σκουτί: ρούχο) ήθιλις! Μέχρι κι σκουφιά κι γάντια για τ’ ανεμοσούρια! Ή σπαλέτες π’ τ’ς είχαν για τ’ς πλάτες οι γ’ναίκες, σάλια τα λέν’ σήμιρα.

Τα γνέματα τα ‘βαφαν κιόλα μι βοτάνια κι με χορτάρια: φύλλα από καρυά (καρυδιά) για καφετιά, βούζια από φροξυλιά, το φροξυλάνθι π’ πίνουμε, έβαφαν κόκκινα ρούχα, μι κρομμ’δόφ’λλα γένονταν κίτιρνου, καναρ’νί το ‘λιγαν. Αλλά είχαν κι μπογιές (βαφές) απ’ του μπακάλη… Έβαφαν κι μι του λουλάκι, μπλε. Λουλάκιαζαν στα θ’κά σας τα χουριά;

Τ’ς φανέλες τ’ς έπλεγε η γ’ναίκα, με τ’ς κονταρίτσες (βελόνες πλεξίματος). Όπου στέκονταν οι γ’ναίκες, έπλιγαν φανέλις κι τσιουρέπια. Ακόμα κι τότε π’ πάαιναν στα χωράφια, είχαν το γνέμα στο λαιμό, για να πλέξουν κι στο δρόμο. Κι όλη τ’ νύχτα στο τζιάκι, οι γ’ναίκες έπλεγαν. Κι άμα είχαν είχαν τσιούπρα τ’ς παντρειάς, έπερπε να πλέξουν τσιουρέπια κι για όλους τ’ς συμπεθέρους, για τα πεθερ’κά, για τα κουνιάδια… Η νύφη τα ‘κανε όλα αυτά… Έδωναν πολλά ζευγάρια τσιουρέπια προικιό στ’ς κοπέλες, για όλη τη ζωή τ’ς…

Άει να βάλ’ς τώρα θηλυκό να σ’ κάμει τέτοιες δ’λειές. Άμα χαλέψεις (ζητήσεις) τέτοια πράματα, θα σ’ πει:

-Άει στ’ μάνα σου!».

Μία κουρτίνα = τρία φορέματα!


Πικρές οι αναμνήσεις συνομιλήτριάς μου, η οποία θυμάται τα δύσκολα παιδικά χρόνια στη διάρκεια της Κατοχής:

«Στουν πόλιμου φκιάναμαν ρούχα μ’ ό,τι είχι του σπίτι, παλιό! Ξηλώναμαν τα στρώματα κι βγάζαμι του μαλλί, του λανάρ’ζαν, το ‘γνεθαν οι γιαγιάδες κι έφκιαναν ρούχα μια χαρά!

Τα σιντόνια; Τα ‘φκιαναν ρούχα κι αυτά!

Τότι π’ λευτερώθ’καμαν, ύφασμα δεν ήταν για ν’ αγουράσεις, αλλά ούτι κι λιφτά είχις. Τα λιφτά ήταν κατουχικά! Μεντιτεράνεα ήταν. Του κράτους δεν είχι κόψει ακόμα μονέδα. Το παλιό, τ’ Γεωργίου Σταύρου (πληθωριστικό νόμισμα), π’ βρίσκαμαν γιομάτες τ’ς κασέλες, μάζευε ο κοσμάκης για τ’ς προίκες, αλλά όλα αυτά πήγαν χαμένα.

Έλα να σ’ που πώς ντύνομασταν… Έβανι ου ένας τα ρούχα τ’ μεγαλύτιρου. Αλλά γύρ’ζις κι του μέσα όξου. Ξήλουναν του παλτό κι τ’ μέσα μεριά, που ‘ταν καινούργιου, τ’ γύρ΄ζαν απόξου. Μόνο μουδίστρις ήταν τότι, έτοιμα ρούχα δεν ήταν.

Οι Γιρμανοί είχαν επιτάξει του σπίτι μας ιδώ στα Γιάννενα. Κάθουνταν οι αξιωματικοί. Ένα δουμάτιου μάς είχαν πάρει.

Κάπουτι τ’ς είχαν πάρει όλους τ’ς αξιουματικούς για να πάν’ στ’ ανατολικό μέτωπου.

Του Φλιβάρη του ’44, τότι που ‘χε βγει ου αδιρφός μ’ αντάρτ’ς, φύγαμαν κι ιμείς. Πήγαμαν στ’ γιαγιά, στο Καπέσοβο, μη μας προδώσουν κι μας τ’φεκήσουν.

Αλλά κάποιους πήγι κι μας πρόδουσι ότι ήταν ου αδιρφός μ’ αντάρτ’ς. Κι οι Γιρμανοί για αντίποινα πήραν του σπίτι κι του μαγαζί (παντοπωλείο), τα λιμούριασαν (τα λεηλάτησαν). Φόρτουσαν μιγάλα φουρτηγά, 3-4, μ’ ό,τι είχαμαν: κομμούς, ντουλάπις, κριβάτια σουρό, κουμουδίνα, σερβίτσια, χαλκώματα καλαϊσμένα σωρός, σόμπες μαντεμένιες, προικιά, βελεντζικά, στοίβες στοίβες τά ‘χαμαν, για όλη τ’ ζουή.

Τα μόνα π’ δεν πείραξαν ήταν τα κονίσματα κι τα καντήλια, παλιακά πράματα, δεν τα πείραξαν, ολόκληρη γωνιά, δυο τοίχους.

Όπους κουβάλαγαν τα πράματα οι Γιρμανοί, τ’ς έπισι μία κουρτίνα, τ’ μάζιψι μία γειτόν’σσα κι μας τ’ν έδουκι όταν γύρ’σαμαν τότι πο’ ’γινε η Απελευθέρωση. Ούτι πιάτα δεν είχαμαν! Μας έδουκαν οι γειτόνοι.

Μ’ αυτή τ’ν κουρτίνα φκιάσαμαν τρία φ’στάνια, ιγώ κι η αδιρφή μ’. Βάψαμαν τ’ν κουρτίνα, βυσσινί, ρουμπινί χρώμα, όπους ήταν, το φρεσκάραμαν κι ράψαμαν τρία φορέματα μι τ’ν κουρτίνα.

Κι ήταν πόσις κουρτίνις… Τόσα παράθυρα… Αλλά αυτή η κουρτίνα γλίτουσι απ’ το βιο μας…».

Θεωρούσαν το κομπινεζόν... επίσημο ένδυμα!


Ας δούμε στη συνέχεια μια αφήγηση που πραγματικά είναι πολύ δύσκολο να την πιστέψει κάποιος. Αφορά την ανταλλαγή ρούχων των αριστοκρατών Γιαννιωτών με τρόφιμα που τους έδιναν οι χωριάτες στην περίοδο της Κατοχής:

«Προπολεμικά ήταν καλά τα χρόνια. Τότε με τ’ν Κατοχή ήταν μαύρα τα χρόνια. Ρούχα δε μας έμ’ναν.

Λίγοι είχαν λίρες. Τα λιφτά Γεωργίου Σταύρου δεν είχαν αξία, καταργήθ’καν (έγιναν πληθωριστικά). Θ’μάμαι τον παππού μ’ είχε σακούλια μ’ αυτά τα λιφτά. Όλα ήταν με ανταλλαγή, είδος με είδος. Αυτό ήταν τ’ αλισβερίσι. Κι εμείς που ’χαμαν καλά ρούχα, τα ’χαμαν δώκει στ’ς χωριάτες. Πήγαινε η μανούλα μ’ φορτωμένη εδώ στον κάμπο των Γιαννίνων, στ’ν άκρα τ’ς λίμνης: Πετσάλι και Πρωτόπαπα, σ’ αυτά τα χωριά πήγαινε μι ρούχα για να τ’ αλλάξει. Τα Γιάννενα είχαν δυο λίμνες τότε, είχαν κι τ’ λίμνη τ’ς Λαψίστας, αλλά τ’ν αποξήραναν.

Έπαιρναν οι χωριάτες τα ρούχα, αλλά δεν ήξεραν να τα βάλουν. Καπαρτίνα ή γούνες γυναικείες δεν είχαν ξαναδεί στ’ ζωή τ’ς. Καπέλα πολυτελείας!

Έπαιρναν οι χωριάτ’σσες νυχτικές κι κομπινεζόνια καλά κι τα νόμ’ζαν για φ’στάνια καλά! Κι τα φόραγαν από πάνω απ’ τα ρούχα! Πάαιναν στ’ν εκκλησιά μι τα μεταξωτά τα κομπινεζόνια! Ολομέταξα, κεντ’μένα! Πού να ήξιραν οι χωριάτ’σσες τι είνι το κομπινεζόνι…».

Δεν φορούσαν εσώρουχα!


Συναφές με την ένδυση είναι και θέμα των εσωρούχων. Ξαφνιάστηκαν αρχικά με την ερώτηση-ταμπού οι συνομιλήτριές μου, όμως απάντησαν πρόθυμα:

«Βρακί, μι του συμπάθειου, δεν είχαμαν κανένας, ούτι άντρας ούτι γ’ναίκα! Δε φόραγι κα’ένας! Όπως αγρίκ’σα ιγώ, δε θ’μάμαι κα’έναν να έχει βρακί. Κατάσαρκα φόραγαν τα ρούχα. Έβαναν ένα τσιόλι, να μη σεργιανάν’ ξεζάρκωτοι. Όπως έζηγαν οι μιγάλοι, έτσι έζηγαμαν κι ιμείς τα πιδιά.

Άμα (όταν) μεγάλωσαμαν, δε θ’μάμαι πόσο χρονών ήμαν, τότι αρχίν’σι η μάνα μ’ κι αγόραζι ύφασμα, για να μας ράψει ρούχα».

Συνέντευξη με άλλη χρονομάρτυρα:

«Ήταν τώρα τώρα αυτά π’ σ’ μολογάου… Δεν είχαμαν λιπτά ν’ αγοράσουμι βρακιά κι θ’μάμαι όταν χάλαγαν, τρύπαγι ο κάβαλος, έκοβα τον κάβαλο, τα γάζωνα στ’ μηχανή κι τα ‘φκιανα για να τα φοράει η κοπέλα μ’ (κόρη), ήταν γύρα τα πέντε-έξι χρονών (1967-68).

Καλά, οι γονέοι μας δεν είχαν κι δεν είχαν βρακιά.

Τότι ξεβράκωτες ήταν οι γ’ναίκες, αλλά κι οι άντρες. Για τ’ς άντρες κανιά φορά οι γ’ναίκες έπαιρναν κάνα παλιό παντιλόνι, έκοβαν τα ποδαρ’κά (μπατζάκια) κι το ’δωναν στ’ς άντρες ή στα πιδιά τ’ς να το φοράν’ απού μέσα, για βρακί. Πανωλεθρία, ωρέ!

Κι ιμείς οι γ’ναίκες αν φόραγαμαν κάνα βρακί ραμμένο ήταν, όχι αγοραστό (έτοιμο). Κι ιπειδή χάλαγαν στ’ σέλα, στον κάβαλο, τα μπάλωναμαν, κόλλαγαμαν μπάλωμα.

Ένα βρακί, μονοφόρι τού ‘χαμαν. Όταν το ‘πλεναμαν, κάθουμασταν ξεβράκωτες, όσο να στεγνώσει, δεν είχαμαν άλλου».

Τροφή των ποντικών τα χειροποίητα κλινοσκεπάσματα!


Έλλειψη δεν υπήρχε μόνο στα ρούχα που φορούσαν, αλλά και στα κλινοσκεπάσματα:

«Τώρα δεν έχουμι πού να τα βάλουμι… Ένα σάισμα, τραγότσιολο, το ‘στρωναμαν καταή κι σ’ αυτό κοιμάμασταν. Κι ένα απαχπάνω τραγότσιολο. Τώρα χαϊδοκοιμάμαστε, Βασίλη. Απ’ ό,τι θέλ’ς έχουμι, αλλά υγειά δεν έχουμι. Κι αυτό του κακό που ’ρθε (ενν. κορωνοϊό)... Όπως πιάσ’κε (εμφανίστηκε) αυτό το… κορων’κό, δεν το πετ’χαίνω κιόλα πώς το λέν’, δεν έρ’τι (έρχεται) ούτε λεφωρείου στο χωριό. Ξεπατώθ’κε τόσος κόσμος, τα γλέπουμι στ’ς τηλεοράσεις…».

«Τα ρούχα τα μάλλινα δεν τα τ’ράν’ οι νέοι σήμιρα. Αυτά πο’ ’φκιαναμαν ιμείς, φλοκωτές, μαντανίες, βελέντζες, μπαστά (πολύχρωμα), τι τα θέλαμαν… Κάθουμασταν κι πεθαίναμαν απ’ τ’ν πείνα, για να φκιάσουμι προικιά να παντρευτούμε. Ε, φτωχοί ήμασταν, αλλά μας πάαινε στο νου για τ’ν παντρειά. Αλλά τώρα τα ρούχα τα ‘ναι στ’ς ντ’λάπες κι τα τρών’ τα φ’νοίκια (φοινίκια: σκώρος)! Είχα τέσσερες σαΐτες π’ τ’ς ξάλλαζα (εναλλαγή χρωμάτων). Έτριζε ο αργαλειός μ’ απ’ το ύφαμα! Φωνή δεν είχε μαναχά να κρίνει (μιλήσει)! Κι τα χέρια μας είνι κ’τσούμπια (κουτσούμπια: κούτσουρα) απ’ το ύφαμα! Για να ρίξεις εσύ σαϊτιά έξι απ’θαμές!».

«Ρούχα κι παπούτσια, απ’ όλα! Γιόμ’σαν οι ντ’λάπες! Άμα πιθάνου, θ’ αποστάσουν τα παιδιά μ’ να καίν’ ρούχα! Τα γεροντίστ’κα τα ρούχα ποιος τα θέλει… Τι να σ’ παραστήσω (αφηγηθώ). Τώρα έχουμε απ’ όλα κι δε δοξάζουμε (ενν. τον Θεό)».

Δερμάτινα μπαλώματα στις κάλτσες των μαστόρων!


Κι αφού εξετάσαμε όλα τα ρούχα, απέμειναν οι κάλτσες…

«Τα ρούχα τα ‘χαμαν μονοφόρι. Δεν είχες δεύτερο. Τώρα έχουμι ένα σωρό ρούχα κι λέμε ποιο παντιλόνι κι ποια μπλούζα να φορέσουμι. Όχι διπλά ρούχα, δεκάδιπλα έχουμι!

Κάθι μέρα αλλάζουμι κάλτσες τώρα! Εκειά τα χρόνια, οι μαστόροι τ’ς κάλτσες τ’ς είχαν μπαλωμένες μι βακέτα, με πετσί (δέρμα), να μη χαλάν’. Τα τσιρέπια τα μπάλωναν μι πετσί στ’ς φτέρνες, γιατί έλειπαν μήνες απ’ το σπίτι.

Στο θ’κό μου τού σπίτι έκαμαν δυο μήνες οι μαστόροι για να το τελειώσουν. Εσύ άμα ήσαν ο διοχτήτ’ς, τι θα τήραγες; Να τ’ς φκιά’εις φαΐ να φάν’ ή να τ’ς πλύν’ς τα ρούχα;

Τα ρούχα οι μαστόροι δεν τα ‘πλεναν ποτέ. Η αδερφή μ’ τ’ς έφκιανε κολατσιό, για μεσημέρι, για βράδυ. Πού να βρει αδειά να τ’ς πλύνει κι τα ρούχα; Γι’ αυτό είχαν κι τα τσιρέπια μπαλωμένα με πετσί. Αλλιώς, πώς θα βάσταγαν;

Τ’ς κάλτσες π’ τ’ς λέτε εσείς, εμείς δεν τ’ς ήξιραμαν, τσιουρέπια φόραγαμαν. Ιγώ είδα μι τα μάτια μ’ αυτό π’ θα σ’ πω: Να έχουν μ’σή κάλτσα κάτι γριές. Δεν ήταν τσιουρέπια κανονικά. Ήταν μαναχά για το καλάμι (κνήμη) κι κάτου τού ’χαν μ’ ένα σκ’νί δεμένο απ’ τ’ν καμάρα κι απάνου είχαν βοδέτα, λάστιχο (καλτσοδέτα). Αυτά π’ σ’ μολογάω, τά ειδα μι τα μάτια μ’… τ’ απόλαυσα!».

Ανακύκλωση ρούχων… μέχρι να εξαϋλωθούν!


Τα ρούχα ήταν υπερπολύτιμα από την πρώτη χρήση τους μέχρι που κυριολεκτικά θα διαλύονταν. Συνομιλήτρια εξηγεί τις διαδοχικές χρήσεις ενός ρούχου:

«Το ρούχο κόλλαγε στο πετσί μας, το ‘παιρνες για μια ζωή. Το ‘βανες, το ξανάβανες… Κι όταν εσένα δε σο’ ’ρχονταν, το ‘δωνες στο μ’κρότερο το παιδί κι το ‘βανε κι αυτό, όσο το χωρούσε. Άμα μεγάλωνε κι αυτό το παιδάκι, το ‘παιρνε άλλο. Ήταν αμαρτία να πετάξεις ρούχα!

Άμα χάλαγε, το μπάλωνες. Δεν πέταζες τίποτα. Στο μπάλωμα φαίνονταν η ν’κοκυροσύνη τ’ς γ’ναίκας. Έκαναν τ’ς κάλτσες τ’ αντρός καινούργιες, με το μπάλωμα! Άμα καμία πέταζε τρύπια κάλτσα, έλεγαν ότι είναι παλιογυναίκα!

Ή άλλαζαν ένα ρούχο κι το ’φκιαναν κάτι άλλο. Παράδειγμα, άμα χάλναγαν οι γιακάδες ή τα μανίκια από ένα σακάκι, το ‘κανες γιλέκο, π’ δεν έχει μανίκια.

Άμα χάλναγε κι το γιλέκο, το ‘κανες μπαλώματα γι’ άλλο ρούχο. Ή το ‘φκιανες καπνοσακούλα.

Αν ήταν μάλλινο κι δεν είχε νομασιά (μορφή), δεν κρατιόνταν άλλο, ήταν ένα κουρέλι, τότε το ’παιρνες κι το ’κανες σπάρτσια, αντίς για σφουγγάρι, για να πλύν’ς το κορμί ή κι τα πιάτα, τα καζάνια, τα τεντζερέδια. Η σπάρτσια έπρεπε να ’ναι από γερό μάλλινο ύφασμα, γιατί έπεφτε η αλισίβα κι χάλαγε. Σπάρτσιες έφκιαναν από παλιές μάλλινες φανέλες.

Κι κουρέλι άμα ήταν απ’ το παλιό το ύφασμα, το ‘κοβαν λωρίδες κι έφκιαναν κουρελούδες. Ή γέμ’ζαν μαξ’λάρια κι στρώματα μ’ αυτά τα υφάσματα».

Αλλά υπάρχει και μια άλλη εναλλακτική χρήση για τα ρούχα: «Όποτε έρθονται τα πιδιά μας κι τ’ αγγόνια μας, κ’βαλάν’ένα χάλι ρούχα κι τ’ αφήνουν ιδώ. Γιόμ’σαν οι ντ’λάπις! Πόσα να φουρέσουμι; Ιμείς λίγα ρούχα θέλουμι, τα φουράμι μέχρι να λιώσουν ντιπ… Ε, μ’ αυτά τα ρούχα π’ φέρουν τα πιδιά μας φκιάνουμε μπαμπάδες, σκιάσματα (σκιάχτρα), για να προγκάν’ οι κ’ρούνες απ’ τ’ς ρόκες (για να φεύγουν απ’ τα καλαμπόκια), τ’ς κερασιές…».

***

Λίγο πριν ολοκληρώσω το άρθρο, διαβάζω το εξής στον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: «Τα ρούχα, τα υποδήματα και τα υφαντουργικά είδη ευθύνονται για τη ρύπανση των υδάτων, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και την υγειονομική ταφή. Η γρήγορη μόδα –η συνεχής παροχή νέων στυλ σε πολύ χαμηλές τιμές– έχει οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση της ποσότητας των παραγόμενων και απορριπτόμενων ενδυμάτων. Για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, η Ε.Ε. επιθυμεί να επιταχύνει τη μετάβαση προς μια κυκλική οικονομία».

Με άλλα λόγια, αυτό που έκαναν μια ολόκληρη ζωή οι ολιγογράμματοι ή αναλφάβητοι πρόγονοί μας…

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια). Υπό έκδοση είναι το Ηπειρώτικο Λεξικό που έχει συντάξει.

Email: [email protected]

LinkedIn: Vasilis Malisiovas

Πηγή: maxitisartas.gr/

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.