ΕΛΛΑΔΑ

Είναι το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Σεφέρης

Ο Σεφέρης και οι Ασπάλαθοι της Προέδρου της Δημοκρατίας...

Φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη. Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου σε εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη  για τον πρώτο νομπελίστα ποιητή μας εμφανίζεται να απαγγέλει το Επί Ασπαλάθων. Είναι το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Σεφέρης και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23-9-71), τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας. Το ποίημα βασίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Υποθέτω η κ. Σακελλαροπουλου δεν διάβασε αυτό το ποίημα επειδή είναι το αγαπημένο της, αλλά επειδή ήταν το τελευταίο του ποιητή. Και προφανώς εμμέσως αποδοκιμάζει και η ίδια κάθε μορφή αδικίας. Υποθέτω δεν στέλνει και μήνυμα στην κυβέρνηση ή στους πολιτικούς για την τιμωρία που τους περιμένει εφόσον αδικούν τον λαό. Εάν το έπραττε θα την χειροκροτούσα. Εγώ και η πλειονότητα των πολιτών.

Ποιός είναι όμως ο Αρδιαίος; Στην Πολιτεία ο Πλάτων μας διηγείται έναν μύθο. Ο Ηρ, ο  γιος του Αρμένιου, από το γένος των Παμφύλων, σκοτώθηκε στον πόλεμο αλλά το σώμα του παρέμεινε απρόσβλητο από τη σήψη. Όταν θέλησαν οι επιζώντες, τη δωδέκατη μέρα έπειτα από το σκοτωμό του, να τον αποτεφρώσουν, εκεί που τον είχαν επάνω στην πυρά, αυτός ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα η ψυχή του, αφού βγήκε από το σώμα του, μπόρεσε να δει στον άλλο κόσμο. Μετά το θάνατο, οι δικαστές προετοιμάζουν τις ψυχές των δικαίων να πορευθούν σ` έναν δρόμο που οδηγεί πάνω στον ουρανό και τις ψυχές των αμαρτωλών σ` ένα δρόμο που κατεβαίνει κάτω. Κάθε αδικία τιμωρείται δέκα φορές και κάθε τιμωρία διαρκεί εκατό χρόνια.
Έλεγε μάλιστα πως μπροστά του κάποιος ρωτούσε κάποιον άλλο πού ήταν ο πολύς Αρδιαίος. Ο Αρδιαίος αυτός υπήρξε τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, πάνε χίλια χρόνια από τότε· είχε σκοτώσει τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του κι είχε διαπράξει, όπως έλεγαν, και άλλα πολλά ανοσιουργήματα.
Είπε λοιπόν ότι ο άνθρωπος που ρωτήθηκε απάντησε πως "Δεν έχει έλθει ο Αρδιαίος κι ούτε πρόκειται να έλθει. Γιατί πραγματικά ήταν κι αυτό ένα από τα φοβερά πράγματα που είδαμε.
Εκεί που είμαστε κοντά στο στόμιο έτοιμοι να βγούμε απάνω, και τα παθήματα μας όλα είχαν πάρει τέλος, τον είδαμε ξαφνικά αυτόν και μερικούς άλλους που οι περισσότεροί τους υπήρξαν τύραννοι· ήσαν επίσης μαζί τους και ορισμένοι ιδιώτες, από αυτούς που είχαν διαπράξει μεγάλα ανομήματα.
Φαντάζονταν ότι θα ανέβαιναν πια κι αυτοί, το στόμιο όμως δεν τους δεχόταν αλλά μούγκριζε κάθε φορά που κάποιος από ‘κείνους τους έτσι αθεράπευτα αχρείους ή από όσους δεν είχαν τιμωρηθεί αρκούντως για τα κρίματά τους επιχειρούσε να βγει επάνω.
Εκεί πια, είπε, άνδρες αγριωποί που φάνταζαν σαν γλώσσες φωτιάς και στέκονταν πλάι στο άνοιγμα, ακούγοντας το μουγκρητό, άλλους μεν τους έπιαναν και τους τραβούσαν, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα, μαζί και το κεφάλι, τους έβαλαν κατάχαμα και τους έγδαραν, έπειτα τους τράβηξαν έξω από το δρόμο, στο πλάι, σέρνοντάς τους απάνω σε ασπαλάθους, κι εξηγούσαν κάθε φορά στους περαστικούς γιατί το έκαναν αυτό και ότι τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον Τάρταρο".
Κι από τους πολλούς και κάθε λογής φόβους που ‘χαν δοκιμάσει, ο μεγαλύτερος, είπε, ήταν μήπως κι ακουγόταν εκείνο το μουγκρητό την ώρα που καθένας τους θα προσπαθούσε να βγει, κι ήταν μεγάλη η χαρά να ‘ναι το μουγκρητό σταματημένο καθώς θα ανέβαιναν επάνω.
Αυτές περίπου, είπε, ήσαν οι ποινές και οι τιμωρίες, κι οι ανταμοιβές πάλι ανάλογες...

ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ...

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια

και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν
ακόμη...

Γαλήνη.

— Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού
τ' αυλάκια·

τ' όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή
"τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει

"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν

τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι".

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.