ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Μια φωτογραφία κάπου στα Εξάρχεια

Σε ένα κείμενο του 2012 ο Ουμπέρτο Έκο έγραφε ότι σταμάτησε να βγάζει φωτογραφίες κάπου στη δεκαετία του 1960, μετά από μια περιήγησή του στους γαλλικούς καθεδρικούς ναούς, τους οποίους φωτογράφιζε «σαν τρελός». Αναφέρει πως, όταν επέστρεψε, είχε μια σειρά μέτριων φωτογραφιών στη συλλογή του, όμως δεν θυμόταν τι είχε δει. Και οι φωτογραφίες δεν τον βοηθούσαν να ανακαλέσει τίποτα στη μνήμη του. Πέταξε λοιπόν τη φωτογραφική μηχανή και αποφάσισε να καταχωρίζει πλέον στον νου του ό,τι έβλεπε (Ουμπέρτο Έκο, «Τα χρονικά μιας ρευστής κοινωνίας», Μια τούρτα φράουλες με κρέμα, Αθήνα: Ψυχογιός σελ. 128). Η ελαφρά παράφραση του αποσπάσματος είναι αποκλειστική ευθύνη του γράφοντος.

Η αλήθεια είναι ότι η σχέση μου με τη φωτογραφία είναι απροσδιόριστη -άλλωστε δεν είμαι καλός φωτογράφος, κάτι που συμβάλλει στην απροσδιοριστία αυτή. Είναι στιγμές που φωτογραφίζω αρκετά, κυρίως ό,τι αποτελεί κομμάτι του αστικού τοπίου, ωστόσο σπανίως, σχεδόν ποτέ, δεν ανατρέχω στο αρχειακό μου υλικό. Για κάποιον λόγο στον νου μου η φωτογραφία είναι αποσυνδεδεμένη από τη μνήμη, είναι πιο πολύ μια πράξη της στιγμής, ένα ερέθισμα που για κάποιον λόγο εκείνη τη στιγμή σε καλεί να παγώσεις τον χρόνο και να το συλλάβεις στον φακό, συνήθως του smart phone πλέον. Νομίζω ότι η φωτογραφία έχει επίσης αποσυνδεθεί, για την πλειονότητα της κοινωνίας, από την πράξη του «απαθανατίζω» και έχει μετατοπιστεί στον χώρο του «διαδίδω», του «κοινοποιώ» και ως τέτοια πλέον επιτελείται.

Πριν κάποιες εβδομάδες, σε μια βόλτα στα Εξάρχεια ένα σαββατιάτικο πρωινό, ένιωσα την επιθυμία να φωτογραφίσω κυρίως τα γκράφιτι στους τοίχους της ευρύτερης περιοχής. Ωστόσο, το αστικό τοπίο γεννά πολλαπλά ερεθίσματα, είναι γεμάτο εικόνες. Σχεδόν ποτέ, όταν περιηγείται κανείς στην πόλη χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, δεν μπορεί να ξεφύγει από την τυχαιότητα στις διαδρομές του. Εικόνες, άλλες ελκυστικές και άλλες απωθητικές, διαρκώς αναπροσαρμόζουν την πορεία της περιήγησης. Δυο τυχαία ερεθίσματα λοιπόν με οδήγησαν στην οδό Ανδρέα Μεταξά, στο ύψος σχεδόν της Στουρνάρη. Εκεί έβγαλα αυτήν την κακοτραβηγμένη φωτογραφία που παραθέτω στο κείμενο, μια φωτογραφία που δεν είχα καμία πρόθεση να τραβήξω. Αρχικά προσπέρασα την εικόνα που αντίκρισα, ωστόσο μετανιωμένος επέστρεψα και με δειλία ή αμηχανία έβγαλα το κινητό μου από την τσέπη. Από απόσταση, λίγο από σεβασμό και λίγο από φόβο, φωτογράφισα την κουβέρτα που αποτελεί το υπαίθριο κρεβάτι ενός ανθρώπου που περνά τη ζωή του στο κέντρο της πόλης μας, άστεγος, άπορος. Έλειπε την ώρα εκείνη, εξ ου και ο φόβος μην γυρίσει και μου ζητήσει εύλογα τον λόγο που φωτογραφίζω το «σπίτι» του χωρίς την άδειά του.

Αν παρατηρήσετε, πλάι από την μπλε κουβέρτα είναι ένα βιβλίο. Αυτό δεν είναι κάτι σπάνιο ή περίεργο από μόνο του, άλλωστε πολλοί είναι οι άστεγοι που έχουν σταθερή τους συντροφιά ένα βιβλίο. Αυτό που ήταν συγκλονιστικό, μέσα στον όλο παραλογισμό της εικόνας, ήταν ο τίτλος του βιβλίου: «Η Οικογένεια Μπροστά στη Σύγχρονη Πραγματικότητα». Δεν μπορώ και δεν τολμώ να φανταστώ ποια είναι η ιστορία της ζωής αυτού του ανθρώπου που διάβαζε το συγκεκριμένο βιβλίο, το περιεχόμενο του οποίου αγνοώ. Ποιος ήταν, ποια είναι η ηλικία του, τι του συνέβη, για ποιον λόγο έμεινε στον δρόμο, πόσα χρόνια είναι χωρίς ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του, τι τον ώθησε να διαβάσει αυτό το βιβλίο, ποια ήταν η σχέση του με την οικογένειά του… Δεν τολμώ, γιατί φοβάμαι ότι η ιστορία του ίσως να μην είναι τόσο ασυνήθιστη και ιδιαίτερη όσο συχνά εικάζουμε. Ίσως να είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι μας που σε κάποιο σταυροδρόμι της ζωής του πήρε τον λάθος δρόμο. Το χειρότερο με τις ιστορίες που προέρχονται από το κοινωνικό περιθώριο και την εξαθλίωση είναι ότι συχνά έχουν τις ρίζες τους σε μια φαινομενική ομαλότητα που κάποτε διαταράχτηκε συθέμελα.

Εδώ και πολλά χρόνια οι άστεγοι αποτελούν μια συνήθη εικόνα στους δρόμους του κέντρου, κάτι σαν συστατικό του στοιχείο. Είναι ένας διάκοσμος του αστικού τοπίου που λίγο απάνθρωπα τον έχουμε συνηθίσει. Στην αρχή, όταν εμφανίστηκε το φαινόμενο αυτό των ανθρώπων του «τέταρτου κόσμου» στην Αθήνα, μας προβλημάτιζε, το συζητούσαμε. Στην πορεία απλά στρέφαμε το βλέμμα μας κάπου αλλού, προσποιούμενοι ότι δεν υπάρχουν. Σήμερα νομίζω ότι η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη, γιατί τους έχουμε συνηθίσει. Δεν μας κάνει αίσθηση η ύπαρξή τους -ή, ακόμα χειρότερο, τη θεωρούμε φυσιολογική. Έχουμε εξοικειωθεί με την εικόνα των ανθρώπινων ερειπίων, ζούμε δίπλα τους και τους ατενίζουμε συχνά ως ιδιότυπα εκθέματα ενός υπαίθριου μουσείου κοινωνικής αποσύνθεσης.

Επιστρέφω στην ίδια τη φωτογραφία, αυτήν την άτεχνη, τη βιαστική, που σήμερα κοινοποιώ. Η εικόνα αυτή είχε, για κάποιον λόγο, σβηστεί από το μυαλό μου. Τυχαία, αρχειοθετώντας το ψηφιακό μου υλικό, έπεσα πάνω της. Παράξενο πόσο εύκολα μαζί με την εικόνα από εκείνο το πρωινό είχε ξεχαστεί και η αίσθηση τής, απ’ ό,τι φαίνεται φευγαλέας, φρίκης που ένιωσα. Επιστρέφω στα όσα έγραφε ο Έκο. Ίσως να είχε δίκιο, ίσως είναι μάταιο να προσπαθείς να απαθανατίσεις το μεγαλείο, τη μνημειώδη ομορφιά. Αυτά αξίζει να τα ζεις. Άλλωστε σίγουρα κάποιος/α άλλος/η τα έχει ήδη φωτογραφίσει με μεγαλύτερη επιδεξιότητα. Αυτό το καινούργιο περιεχόμενο που έχει λάβει η πράξη του «φωτογραφίζω» σήμερα μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία. Ίσως η κοινοποίηση των εμπειριών μας συμβάλλει τελικά στον θεωρητικά πρωταρχικό σκοπό της φωτογραφίας: τη διάσωση από τη λήθη.

1 αναγνώστες σχολίασαν

Συμμετοχή στην συζήτηση
  1. Συγχαρητήρια στον αρθρογράφο. Υψηλής ποιότητας κείμενο.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.