ΕΛΛΑΔΑ

Δείτε αναλυτικά

Ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα

«Στη δημοκρατία της Μεταπολίτευσης, ο Τύπος αναπτύχθηκε περίπου ως κλάδος της πολιτικής και η πολιτική ως κλάδος του Τύπου», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Το Βήμα», Γιάννης Πρετεντέρης, μιλώντας σήμερα στο «9ο Οικονομικό Φόρουμ Δελφών», σε πάνελ με θέμα The Role Of Mass Media During The Metapolitefsi (1974-2024), με συντονιστές τους δημοσιογράφους Χριστίνα Κοραή και Ιορδάνη Χασαπόπουλο.

«Έκτοτε οι μισοί δημοσιογράφοι ονειρεύονται να γίνουν πολιτικοί ή έγιναν πολιτικοί και οι μισοί πολιτικοί ή και παραπάνω ονειρεύονται να γίνουν δημοσιογράφοι ή να λειτουργούν ως δημοσιογράφοι. Έχουμε, δηλαδή, αυτήν τη σύμμιξη των ειδών που δεν δημιουργεί σαφήνεια και αυτό νομίζω κυρίως απέτρεψε στη δημοκρατία της Μεταπολίτευσης να αναπτυχθεί μία μεν πλήρης δημοκρατική κουλτούρα, αλλά δεν είμαι βέβαιος εάν έχει αναπτυχθεί μία πλήρης δημοσιογραφική κουλτούρα. Αυτό δεν είναι καθόλου δεδομένο και το βρίσκουμε στο επάγγελμα από τότε έως και σήμερα», πρόσθεσε.

Μιλώντας για την έλλειψη επαγγελματισμού στον χώρο της δημοσιογραφίας και τι μπορεί να προκαλέσει, ο κ. Πρετεντέρης σημείωσε: «Η έλλειψη επαγγελματισμού δημιουργεί εγγενείς δυσκολίες σε μία περίοδο μετάβασης των μέσων -καθώς περνούν μία δύσκολη περίοδο τα μέσα- βλέποντας τη μείωση στις κυκλοφορίες των εφημερίδων, καθώς και την ανάπτυξη των διαδικτυακών μέσων και των social media. Όταν, λοιπόν, δεν είμαστε εφοδιασμένοι με άκρατο επαγγελματισμό, εγκυρότητα και αξιοπιστία, είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουμε αυτήν τη μετάβαση. Πρέπει να επανεφεύρουμε τον επαγγελματισμό μας και την ακρίβεια στον επαγγελματισμό μας και να αποσυνδεθούμε από την πολιτική ως κλάδος».

Σε ερώτηση για τα όρια της δεοντολογίας και πώς μπορούμε να τα καθορίσουμε, όταν κόμματα, πρόσωπα και μέσα στηρίζονται σε θεωρίες συνομωσίας, ο πρώην υπουργός και δημοσιογράφος Πέτρος Ευθυμίου απάντησε: «Τα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης στον Τύπο ήταν ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο υπήρξε στην ελληνική κοινωνία τα 200 χρόνια του ελληνικού κράτους. Υπήρξαν πραγματικά λαμπρές πρόοδοι. Επιμένω, ότι ορισμένες ελληνικές εφημερίδες αυτά τα 50 χρόνια είναι ευρωπαϊκές και παγκόσμιες εφημερίδες κύρους, με υπογραφές που θα μπορούσες να τις δεις οπουδήποτε, με αξιοπρέπεια, και την ίδια ώρα στη χώρα κυκλοφορούν εφημερίδες που γράφουν με ακρότητα. Eγώ προσωπικά θεωρώ ότι το πρόβλημά μας είναι πως με τις ενέργειές μας ως δημοσιογράφοι συμβάλλουμε στον μόνο κριτή που διαμορφώνει τα πάντα, που είναι η αγωγή του κοινού μας. Το ζήτημα για μας είναι ότι ποτέ δεν διαμορφώσαμε τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις ένα κοινό να έχει αξιόπιστη σχέση. Σαφέστατα, για όλους μας ισχύει η αξιοπιστία της υπογραφής και υπάρχουν εδώ μέσα πολύ συνάδελφοι που εμπιστεύομαι την υπογραφή τους, όμως δεν μπορούμε να το επεκτείνουμε σε αξιοπιστία των μέσων. Το μέσο είναι πάντα αμφιλεγόμενο. Η λύση στη δεοντολογία είναι η αξιοπιστία, που ξεκινά από τον δημοσιογράφο, πηγαίνει στο μέσο που εργάζεται και είναι η μόνη προϋπόθεση να δημιουργήσεις κώδικα με το κοινό. Γιατί το κοινό είναι αυτό που θα σε κρίνει και θα σε εγκαταστήσει, θα σε διορθώσει και θα σε κατακρίνει».

Για τους παράγοντες που επηρέασαν τη διαμόρφωση του μιντιακού τοπίου αυτά τα 50 χρόνια, ο εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού metarithmisi.gr, Γιάννης Μεϊμάρογλου, τόνισε: «Ένας παράγοντας είναι φυσικά οι νέες διαστάσεις με όλα τα ψηφιακά μέσα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ενημέρωση. Δεν φτάνει όμως να το λέμε εμείς, το λέει πάρα πολύς κόσμος. Και για να επιβεβαιώσω αυτήν την τάση θα πω ότι διάβασα σε μία έρευνα, που έγινε αυτήν τη βδομάδα και τέλειωσε προχθές, το 30% σχεδόν των πολιτών έως 55 ετών διαμορφώνει την άποψή του για τις πολιτικές εξελίξεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αν μιλήσουμε για τους νέους 17 έως 30 ετών πάμε στο 50% σχεδόν. Άρα λοιπόν, ανεξάρτητα αν εμείς τα θεωρούμε και σωστά, ότι δηλαδή δεν αποτελούν μέσα ενημέρωσης, παίζουνε αυτόν τον ρόλο. Θα πάει εκεί, δηλαδή, αυτό το μεγάλο ποσοστό ανθρώπων για να ενημερωθεί για τις πολιτικές εξελίξεις. Σε αυτό, όμως, το θέμα υπάρχουν και κάποιες ευθύνες και στον χώρο των ΜΜΕ, δηλαδή η γνώμη μου είναι ότι υπήρξε μία στάση φοβική, υπήρξε μία αργοπορία στην αντιμετώπιση της νέας τεχνολογίας και των δυνατοτήτων, ίσως υπήρξε και μία υποτίμηση. Όμως πολύ χειρότερη είναι η κατάσταση με τα πολιτικά κόμματα, τα οποία τώρα τελευταία και μάλιστα με βάση τα επικοινωνιακά σχέδια των αρχηγών δεν έχουν προχωρήσει στο ν' αλλάξουν τον δημόσιο λόγο τους, τις μορφές επικοινωνίας. Σε όλα αυτά προστίθενται και οι παθογένειες που δημιουργήθηκαν, εξελίχθηκαν, αναδείχτηκαν στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης και επηρέασαν πάρα πολύ και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Και όταν λέω παθογένειες εννοώ τον δικαστικό λόγο, ο οποίος ακυρώνει την πράξη, κάθε διάθεση ακόμα συναίνεσης και έχει μεταφερθεί και στα μέσα καθώς και η τοξικότητα, επίσης το πελατειακό κράτος που έχει καταδικάσει το δημόσιο βίο στην αναξιοκρατία και το ρουσφέτι και ο λαϊκισμός, ο οποίος λαϊκισμός κάθε χρώματος αποτελεί ανάχωμα, σε κάθε προσπάθεια να εκσυγχρονιστεί η χώρα».

Για την ιδιωτική τηλεόραση και την ιδιωτική ραδιοφωνία καθώς και για την κρίση του έντυπου Τύπου αναφέρθηκε ο δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Το Ποντίκι» Αντώνης Δελατόλας: «Με τη Μεταπολίτευση υπήρξε μία άνθιση του Τύπου, πολλές νέες στήλες, νέες εφημερίδες που είχαν και τεράστια πορεία και επιτυχημένη. Περάσαμε μετά το '87 νομίζω στη δημοτική τηλεόραση στην αρχή και μετά στη τηλεόραση των πέντε εκδοτών, το μεγάλο εγχείρημα, που άλλαξε και το τοπίο και την ελεύθερη ραδιοφωνία. Αυτές είναι οι μεγάλες αλλαγές στη Μεταπολίτευση και ερχόμαστε στο "τώρα", στη "χαβούζα'"του διαδικτύου. Αλλά και στο ίντερνετ που μαθαίνεις πράγματα, και τα μέσα τα χειρίζονται τα νέα παιδιά, βλέπουμε ότι η αξιοπιστία της δημοσιογραφίας, κυρίως σε μεγάλο βαθμό, είναι πάλι στις εφημερίδες. Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω, παρά την κρίση των εφημερίδων, ότι στις εφημερίδες κυρίως βρίσκεις την εγκυρότητα».

Μιλώντας για τα μέσα ενημέρωσης και τη σχέση αυτών με τον πολιτισμό, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης, ο οποίος από πολύ μικρή ηλικία -όπως είπε- διάβαζε εφημερίδες επεσήμανε: «Αυτό το οποίο με ενδιέφερε τότε ήταν ότι διάβαζες εξαιρετικά άρθρα, επιφυλλίδες και χρονογραφήματα. Υπήρχε, δηλαδή, μία λογοτεχνία τρέχουσα όπως επίσης παλαιότερα υπήρχε και η μυθιστοριογραφία στην εφημερίδα. Οι μεγάλοι, άλλωστε, κλασικοί συγγραφείς του 19ου αιώνα, τα τεράστια μυθιστορήματά τους, τα πρωτοδημοσίευαν σε συνέχειες, στη Γαλλία, στη Ρωσία και στην Αγγλία αλλά και εδώ στην Ελλάδα ο Παπαδιαμάντης δεν αξιώθηκε να βγάλει βιβλίο, τα δημοσίευε σε εφημερίδες».

«Εγώ θα πω ότι μεγαλύτεροι χαμένοι, οι οποίοι έχουν στριμωχτεί περισσότερο λόγω του διαδικτύου, δεν είναι οι δημοσιογράφοι αλλά αυτοί που γράφουνε επιθεωρήσεις γιατί το είδος της επιθεώρησης έχει κάπως ξεκινήσει ξανά και μου έλεγαν άνθρωποι οι οποίοι είναι κωμικοί και συγγραφείς και ηθοποιοί, ότι έχουν το πρόβλημα, ότι δεν μπορούν να πουν αστεία, διότι το αστείο το γεγονός έχει σατιριστεί τόσο πολύ από το διαδίκτυο, που δεν θα πάει ο άλλος να ακούσει το αστείο, την παρωδία, την αιχμηρή κριτική στο θέατρο. Και απαντάω και λεώ άρα η επιθεώρηση πρέπει να γίνει επιθεώρηση ηθών εφόσον δεν μπορείς να κρίνεις γεγονότα, να καυτηριάσεις τι συνέβη, θα μπεις στις συμπεριφορές των ανθρώπων, στις σχέσεις τους και αυτό αποτελεί μία πρόκληση για τον επιθεωρησιογράφο», πρόσθεσε ο κ. Χωμενίδης.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.